Выбрать главу

«Όχι βέβαια», της είπε ψέματα. Χαζή γυναίκα. Θα σκοτωθεί επειδή δεν έχει το νου της όταν χρειάζεται. «Θα ανησυχούσα για οποιονδήποτε. Δεν θέλω κανέναν να τον δαγκώσει αιματόφιδο».

Αυτή τον κοίταξε με αμφιβολία για μια στιγμή, και μετά ένευσε κοφτά. «Ωραία. Αρκεί να μην σου μπαίνουν ιδέες για μένα». Του πέταξε το δεματάκι στα πόδια, κάθισε στις φτέρνες στην άλλη μεριά της εστίας απέναντι του. «Δεν δέχθηκες ότι η πόρπη θα ξεπλήρωνε το χρέος μεταξύ μας...»

«Αβιέντα, δεν υπάρχει χρέος». Νόμιζε ότι η Αβιέντα το είχε ξεχάσει. Αυτή συνέχισε σαν να μην είχε ανοίξει το στόμα του.

«...όμως ίσως τώρα να ξεπληρωθεί».

Αυτός αναστέναξε και ξεδίπλωσε τη ριγέ κουβέρτα —επιφυλακτικά, αφού η Αβιέντα την κρατούσε με περισσότερη προσοχή απ’ όσο το φίδι· το φίδι το κρατούσε σαν να ’ταν ένα κομμάτι ύφασμα― και άφησε μια κοφτή κραυγή. Μέσα βρισκόταν ένα σπαθί. Το θηκάρι του ήταν στολισμένο με τόσα ρουμπίνια και φεγγαρόσταλες, ώστε με δυσκολία διέκρινε το χρυσάφι, εκτός από το σημείο όπου υπήρχε ένθετος ένας ανατέλλων ήλιος με πολλές ακτίνες. Η φιλντισένια λαβή, αρκετά μεγάλη για δυο χέρια, είχε άλλον ένα ένθετο ανατέλλοντα ήλιο από χρυσάφι· το σφαίρωμα της λαβής ήταν γεμάτο ρουμπίνια και φεγγαρόσταλες, ενώ άλλα πετράδια σχημάτιζαν μια συμπαγή μάζα στα προστατευτικά καλύμματα της λαβής. Δεν είχε φτιαχτεί για να χρησιμοποιείται, αλλά μόνο για να το βλέπουν. Για να το χαζεύουν.

«Αυτό πρέπει να στοίχισε... Αβιέντα, πού βρήκες να το πληρώσεις;»

«Δεν στοίχισε πολύ», είπε εκείνη, τόσο επιφυλακτικά, που ήταν σαν να ’λεγε ξεκάθαρα ότι ήταν ψέμα.

«Σπαθί. Πού βρήκες σπαθί; Πού βρέθηκε Αελίτης με σπαθί; Μη μου πεις ότι ο Καντίρ είχε κρυμμένο κάτι τέτοιο στις άμαξες του».

«Το κουβάλησα μέσα σε μια κουβέρτα». Τώρα φαινόταν ακόμα πιο νευρική απ’ όσο πριν που μιλούσε για το κόστος. «Ακόμα και η Μπάιρ είπε ότι έτσι δεν πειράζει, αρκεί να μην το αγγίξω». Σήκωσε αμήχανα τους ώμους, έσιαξε και ξανάσιαξε το επώμιο της. «Ήταν το σπαθί του δεδροφονιά. Του Λάμαν. Το είχαν σκυλέψει από το πτώμα του ως απόδειξη πως ήταν νεκρός, επειδή δεν μπορούσαν να κουβαλήσουν για τόση απόσταση το κεφάλι του. Έκτοτε, περνά από χέρι σε χέρι, σε νεαρούς άνδρες ή σε ανόητες Κόρες που ήθελαν να κατέχουν την απόδειξη του θανάτου του. Όποιος το είχε όμως άρχιζε να σκέφτεται τι ήταν και σύντομα το πουλούσε σε κάποιον άλλον ανόητο. Η τιμή έχει πέσει πολύ από τότε που πουλήθηκε για πρώτη φορά. Κανένας Αελίτης δεν θέλει να το αγγίξει, ούτε καν για να αφαιρέσει τα πετράδια».

«Ε, είναι πανέμορφο», είπε μ’ όση περισσότερη λεπτότητα μπορούσε. Μόνο ένας φαντασμένος θα έφερε κάτι τόσο φανταχτερό. Η φιλντισένια λαβή θα στριφογύριζε στο χέρι σου από τον ιδρώτα ή το αίμα. «Αλλά δεν μπορώ να το...» Τα λόγια του έσβησαν, καθώς, από συνήθεια, γύμνωνε μερικούς πόντους της λεπίδας, για να εξετάσει την κόψη της. Στο αστραφτερό ατσάλι υπήρχε χαραγμένος ένας ερωδιός, σύμβολο αρχιξιφομάχου. Κι ο ίδιος κάποτε έφερε σπαθί σημαδεμένο με τον ίδιο τρόπο. Ξαφνικά, ένιωσε απολύτως σίγουρος ότι η λεπίδα αυτή ήταν ίδια με εκείνη, ίδια με τη σημαδεμένη με το κοράκι λεπίδα στο δόρυ του Ματ, μέταλλο φτιαγμένο με τη Δύναμη, που δεν θα έσπαζε ποτέ και δεν θα χρειαζόταν ποτέ ακόνισμα. Τα σπαθιά των περισσότερων αρχιξιφομάχων ήταν μόνο αντίγραφα αυτών. Ο Λαν θα το επιβεβαίωνε, αλλά μέσα του ήταν ήδη σίγουρος.

Τράβηξε το θηκάρι και έγειρε πάνω από την εστία για να το ακουμπήσει μπροστά της. «Θα πάρω τη λεπίδα για να ξεπληρωθεί το χρέος, Αβιέντα». Ήταν μακριά και ελαφρώς κυρτή, με μία κόψη. «Μόνο τη λεπίδα. Μπορείς να πάρεις και τη λαβή». Θα έβαζε να του φτιάξουν καινούρια λαβή και θηκάρι στην Καιρχίν. Ίσως να υπήρχε κάποιος καλός σιδεράς ανάμεσα στους επιζώντες του Τάιεν.

Εκείνη κοίταξε με τα μάτια διάπλατα το θηκάρι και ύστερα αυτόν και μετά πάλι το θηκάρι, με το στόμα ανοιχτό, και ο Ραντ για πρώτη φορά την έβλεπε αποσβολωμένη. «Μα αυτά τα πετράδια αξίζουν περισσότερο, πολύ περισσότερο απ’ όσα έδ― Θες να σου ξαναέχω χρέος, Ραντ αλ’Θόρ;»

«Όχι βέβαια». Αν αυτή η λεπίδα ήταν άθικτη και δεν είχε χάσει τη γυαλάδα της ύστερα από είκοσι χρόνια στο θηκάρι, πρέπει να ήταν αυτό που είχε κατά νου ο Ραντ. «Δεν δέχθηκα το θηκάρι, άρα είναι ακόμα δικό σου». Πέταξε ένα μεταξωτό μαξιλαράκι στον αέρα κι έκανε την καθιστή παραλλαγή της κίνησης που λεγόταν Αεράκι που Δυναμώνει· Μια βροχή πούπουλα έπεσε, καθώς η λεπίδα το έκοβε απ’ άκρη σ’ άκρη. «Και δεν δέχομαι ούτε τη λαβή, επομένως είναι κι αυτή δική σου. Αν έβγαλες κέρδος, οφείλεται μόνο σε σένα».