Προσπάθησε να διώξει τις εικόνες από το μυαλό του και είπε, «Εκεί, προς το τέλος. Όταν έδωσαν τους όρκους». Αμέσως μόλις οι Σοφές είχαν πει τις ευλογίες τους, εκατό εξ αίματος συγγενείς της Μελαίν είχαν ορμήξει να την περικυκλώσουν, κρατώντας όλοι τα δόρατά τους. Εκατό συγγενείς του Μπάελ είχαν μαζευτεί κοντά του και ο Μπάελ είχε ανοίξει δρόμο πολεμώντας για να την πλησιάσει. Φυσικά, κανείς δεν φορούσε το πέπλο —ήταν μέρος του εθίμου― αλλά και οι δύο πλευρές είχαν χύσει αίμα. «Πριν από λίγα λεπτά, η Μελαίν ορκιζόταν ότι τον αγαπά, αλλά όταν εκείνος την έφτασε, τον πολέμησε σαν παγιδευμένη ραχόγατα». Κατά τη γνώμη του Ραντ, αν η Ντορίντα δεν της είχε καταφέρει ένα χτύπημα στα πλευρά, ο Μπάελ δεν θα κατάφερνε να την ανεβάσει στον ώμο του και να την πάρει. «Ακόμα έχει το χωλό βάδισμα και το μαύρο μάτι που του χάρισε».
«Θα ’πρεπε να φανεί αδύναμη;» είπε νυσταγμένα η Αβιέντα. «Έπρεπε να μάθει ο Μπάελ τι αξίζει η Μελαίν. Δεν ήταν μπιχλιμπίδι να το βάλει στο πουγκί του». Χασμουρήθηκε, και ο Ραντ την άκουσε να κουκουλώνεται με τις κουβέρτες της.
«Τι σημαίνει “μαθαίνω έναν άνδρα να τραγουδά”;» Οι άνδρες Αελίτες έπαυαν να τραγουδούν όταν πια μεγάλωναν αρκετά για να πάρουν το δόρυ, με εξαίρεση άσματα μάχης και θρήνους για τους νεκρούς.
«Σκέφτεσαι τον Ματ Κώθον;» Αφησε ένα χαχανητό. «Μερικές φορές ένας άνδρας μπορεί να εγκαταλείψει το δόρυ για μια Κόρη».
«Από το μυαλό σου τα βγάζεις αυτά. Ποτέ δεν άκουσα τέτοιο πράγμα».
«Δεν σημαίνει ακριβώς ότι εγκαταλείπει το δόρυ». Η φωνή της ήταν πνιχτή, κουρασμένη. «Μερικές φορές ένας άνδρας επιθυμεί τόσο πολύ μια Κόρη, η οποία δεν εγκαταλείπει το δόρυ γι’ αυτόν, που κανονίζει, ώστε να γίνει γκαϊ’σάιν της. Είναι ανόητος φυσικά. Καμία Κόρη δεν θα κοίταζε έναν γκαϊ’σάιν με τον τρόπο που θα έλπιζε αυτός. Τον βάζουν να δουλεύει σκληρά και δεν τον αφήνουν να ξεχάσει τη θέση του, και το πρώτο πράγμα που κάνουν είναι ότι τον μαθαίνουν να τραγουδά, για να διασκεδάζει τις δοραταδελφές όταν τρώνε. “Θα τον μάθει να τραγουδά”. Αυτό λένε οι Κόρες όταν ένας άνδρας γελοιοποιείται για μια δοραταδελφή». Πολύ παράξενος λαός.
«Αβιέντα;» Είχε πει ότι δεν θα την ξαναρωτούσε. Ο Λαν είχε πει ότι ήταν Καντορινή δουλειά, ένα μοτίβο που ονομαζόταν χιονονιφάδες. Μάλλον λάφυρο από κάποια επιδρομή στο βορρά. «Ποιος σου έδωσε αυτό το περιδέραιο;»
«Ένα φιλικό χέρι, Ραντ αλ’Θόρ. Κάναμε πολύ δρόμο σήμερα και αύριο θα μας βάλεις να ξεκινήσουμε νωρίς. Κοιμήσου καλά και ξύπνα, Ραντ αλ’Θόρ». Μόνο ένας Αελίτης θα σου ευχόταν καληνύχτα εκφράζοντας την ελπίδα να μην πεθάνεις στον ύπνο σου.
Ο Ραντ έστησε το πολύ μικρότερο αλλά και πολυπλοκότερο ξόρκι φύλαξης στα όνειρά του και, διαβιβάζοντας, έσβησε τις λάμπες και προσπάθησε να κοιμηθεί. Ένα φιλικό χέρι. Οι Ρέυν έρχονταν από το βορρά. Όμως η Αβιέντα είχε το περιδέραιο ήδη από το Ρουίντιαν. Τι τον ένοιαζε αυτόν; Η αργή ανάσα της Αβιέντα έμοιαζε ν’ αντηχεί δυνατά στ’ αυτιά του, ώσπου αποκοιμήθηκε, και τότε είδε ένα μπερδεμένο όνειρο, στο οποίο η Μιν και η Ηλαίην τον βοηθούσαν να ρίξει πάνω από τον ώμο του την Αβιέντα, η οποία φορούσε μονάχα εκείνο το περιδέραιο, ενώ τον χτυπούσε στο κεφάλι με ένα στεφάνι από μπουμπούκια σεγκάντε.
22
Κελαηδίσματα στη Νύχτα
Ο Ματ, ξαπλωμένος μπρούμυτα στις κουβέρτες του με τα μάτια κλειστά, απολάμβανε την αίσθηση των χεριών της Μελίντρα, καθώς οι αντίχειρές της πίεζαν και κατηφόριζαν τη ραχοκοκαλιά του. Δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο από ένα μασάζ ύστερα από μια ατέλειωτη μέρα στη σέλα, Ή μάλλον υπήρχαν κάποια πράγματα, αλλά εκείνη τη στιγμή του αρκούσαν οι αντίχειρες της.
«Για τόσο κοντός, έχεις καλούς μυς, Μάτριμ Κώθον».
Άνοιξε ένα μάτι και έστριψε να την κοιτάξει, εκεί που καθόταν ιππαστί στους γλουτούς του. Η Μελίντρα είχε δυναμώσει τη φωτιά, τόσο που οι φλόγες πετιόνταν ως ψηλά, και ο ιδρώτας κυλούσε στο κορμί της. Τα χρυσά μαλλιά της, κοντοκουρεμένα, με εξαίρεση την Αελίτικη φούντα στη ρίζα του σβέρκου της, κολλούσαν στο κεφάλι της. «Αν είμαι τόσο κοντός, τότε μπορείς να βρεις άλλον».
«Δεν είσαι κοντός για το δικό μου γούστο», γέλασε εκείνη, ανακατεύοντάς του τα μαλλιά. Ήταν μακρύτερα από τα δικά της. «Κι είσαι χαριτωμένος. Χαλάρωσε. Αδικα πάει, αν σφίγγεσαι».
Αυτός γρύλισε και ξανάκλεισε τα μάτια. Χαριτωμένος; Φως μου! Και κοντός. Μονάχα οι Αελίτες θα τον έλεγαν κοντό. Σε κάθε άλλη χώρα που είχε βρεθεί, ήταν ψηλότερος από τους περισσότερους, αν και όχι πάντα με μεγάλη διαφορά. Ήταν ψηλότερος από τον Ραντ, τότε που είχε εκστρατεύσει κατά του Άρτουρ του Γερακόφτερου. Κι ήταν μια παλάμη κοντύτερος απ’ όσο ήταν τώρα, όταν είχε πολεμήσει στο πλευρό του Μετσίνε εναντίον των Ελγκάρι. Είχε μιλήσει στον Λαν, προφασιζόμενος ότι είχε ακούσει τυχαία μερικά ονόματα· ο Πρόμαχος είπε ότι ο Μετσίνε ήταν βασιλιάς της Έχαρον, ενός από τα Δέκα Έθνη —αυτό το ήξερε ήδη― τετρακόσια ή πεντακόσια χρόνια πριν από τους Πολέμους των Τρόλοκ. Ο Λαν αμφέβαλλε αν θα ήξεραν περισσότερα, ακόμα και στο Καφέ Άτζα· πολλά είχαν χαθεί στους Πολέμους των Τρόλοκ και πολύ περισσότερα στον Εκατονταετή Πόλεμο. Αυτές ήταν οι πιο παλιές και οι πιο πρόσφατες αναμνήσεις που του είχαν φυτέψει στο κρανίο. Τίποτα μετά τον Αρτουρ Πέντραγκ Τανρήαλ, και τίποτα πριν από τον Μετσίνε της Έχαρον.