«Κρυώνεις;» είπε η Μελίντρα, μην μπορώντας να το πιστέψει, «Ανατρίχιασες». Κατέβηκε από πάνω του και την άκουσε να βάζει ξύλα στη φωτιά· εδώ υπήρχαν αρκετοί θάμνοι για κάψιμο. Του χαστούκισε δυνατά τον πισινό, καθώς ξανανέβαινε πάνω του, μουρμουρίζοντας, «Ωραίοι μύες».
«Αν συνεχίσεις έτσι», μουρμούρισε αυτός, «θα πιστέψω ότι σκοπεύεις να με σουβλίσεις για το δείπνο, σαν Τρόλοκ». Όχι ότι δεν του άρεσε η Μελίντρα —αρκεί να μην τόνιζε ότι ήταν ψηλότερή του― όμως η κατάσταση τού προκαλούσε αμηχανία.
«Δεν έχει σούβλα για σένα, Μάτριμ Κώθον». Οι αντίχειρές της καρφώθηκαν σκληρά στον ώμο του. «Αυτό είναι. Χαλάρωσε».
Ο Ματ υπέθετε ότι θα παντρευόταν κάποτε, θα καταστάλαζε. Έτσι πήγαιναν τα πράγματα. Μια γυναίκα, ένα σπίτι, μια οικογένεια. Δενόσουν σ’ ένα μέρος για όλη σου τη ζωή. Δεν άκουσα ποτέ νοικοκυρά να της αρέσει που ο άνδρας της πίνει ή στοιχηματίζει. Υπήρχε και το άλλο που είχαν πει εκείνοι οι τύποι στην άλλη πλευρά της πόρτας-τερ’ανγκριάλ. Ότι η μοίρα του ήταν να «παντρευτεί την Κόρη των Εννέα Φεγγαριών». Φαντάζομαι ότι ο άνδρας πρέπει κάποια στιγμή να παντρευτεί. Αλλά δεν σκόπευε να πάρει Αελίτισσα για γυναίκα. Ήθελε να χορέψει μ’ όσες γυναίκες μπορούσε, όσο μπορούσε.
«Δεν προορίζεσαι για σούβλες αλλά για μεγάλες τιμές, νομίζω», είπε μαλακά η Μελίντρα.
«Δεν θα ’λεγα όχι», Μόνο που τώρα δεν μπορούσε να κάνει άλλη γυναίκα να τον κοιτάξει, ούτε Κόρη ούτε καμία από τις άλλες. Λες και η Μελίντρα είχε κρεμάσει πάνω του μια ταμπέλα που έλεγε ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΛΙΝΤΡΑ ΤΟΥ ΤΖΟΥΜΑΪ ΣΑΪΝΤΟ. Εντάξει, αυτό το τελευταίο δεν θα το είχε βάλει, όχι εδώ πέρα. Αλλά, βέβαια, ποιος ήξερε τι μπορούσε να κάνει μια Αελίτισσα, ειδικά μια Κόρη του Δόρατος; Οι γυναίκες δεν σκέφτονταν όπως οι άνδρες, και οι γυναίκες του Άελ σκέφτονταν διαφορετικά από κάθε άλλον στον κόσμο.
«Είναι παράξενο που υποτιμάς τόσο τον εαυτό σου».
«Υποτιμώ τον εαυτό μου;» μουρμούρισε. Ήταν ωραία η αίσθηση που έδιναν τα χέρια της· έλυναν κόμπους του κορμιού του, που ούτε ο ίδιος ήξερε ότι υπήρχαν. «Πώς;» Αναρωτήθηκε αν αυτό είχε σχέση με κείνο το περιδέραιο. Η Μελίντρα έμοιαζε να το θεωρεί σημαντικό, ή μάλλον το γεγονός ότι της το είχε δώσει. Πάντως, δεν το φορούσε ποτέ. Οι Κόρες δεν το συνήθιζαν. Αλλά το είχε στο πουγκί της και το έδειχνε σε όποια τη ρωτούσε. Πολλές έρχονταν να τη ρωτήσουν.
«Βάζεις τον εαυτό σου στη σκιά του Ραντ αλ’Θόρ».
«Δεν βρίσκομαι στη σκιά κανενός», είπε αφηρημένα. Αποκλείεται να ήταν το περιδέραιο. Είχε ξαναδώσει κοσμήματα σε άλλες γυναίκες, τόσο σε Κόρες όσο και σε άλλες· του άρεσε να κάνει δώρα σε όμορφες γυναίκες, ακόμα κι όταν μοναδική ανταπόδοση ήταν ένα χαμόγελο. Ποτέ δεν περίμενε κάτι περισσότερο. Αν μια γυναίκα δεν απολάμβανε το φιλί και το χάδι όσο και ο ίδιος, τι νόημα είχε;
«Φυσικά, είναι κάποια τιμή το να βρίσκεσαι στη σκιά του Καρ’α’κάρν. Για να είσαι κοντά στους κραταιούς, πρέπει να στέκεσαι στη σκιά τους».
«Σκιά», συμφώνησε ο Ματ, χωρίς να προσέχει τα λόγια της. Κάποιες γυναίκες δέχονταν και κάποιες όχι, αλλά καμία δεν είχε αποφασίσει πως ο Ματ ήταν κτήμα της. Αυτό ακριβώς τον ενοχλούσε. Δεν θα γινόταν κτήμα καμίας γυναίκας, όσο ωραία κι αν ήταν. Όσο άξια κι αν ήταν τα χέρια της στο να χαλαρώνουν τους σφιγμένους μυς του.
«Οι ουλές σου θα έπρεπε να είναι ουλές τιμής, που να τις έχεις κερδίσει για τον εαυτό σου, ως αρχηγός, όχι έτσι». Το δάχτυλο της διέτρεξε την ουλή που είχε μείνει στο λαιμό του όταν είχε κρεμαστεί. «Αυτό το κέρδισες υπηρετώντας τον Καρ’α’κάρν;»
Αυτός ανασήκωσε τους ώμους για να διώξει το χέρι της, στηρίχτηκε στους αγκώνες του και γύρισε να την κοιτάξει. «Σίγουρα δεν ξέρεις τι σημαίνει “Κόρη των Εννέα Φεγγαριών”;»
«Σου είπα όχι. Ξάπλωσε».
«Αν μου λες ψέματα, ορκίζομαι ότι θα σου τις βρέξω στον πισινό».
Με τα χέρια στους γοφούς, τον κοίταξε με επικίνδυνο βλέμμα. «Νομίζεις ότι μπορείς να... μου τις βρέξεις στον πισινό, Ματ Κώθον;»
«Θα βάλω τα δυνατά μου», Πιθανότερο ήταν να του κάρφωνε κανένα δόρυ στα παΐδια. «Ορκίζεσαι ότι δεν έχεις ακούσει ποτέ για την Κόρη των Εννέα Φεγγαριών;»