Выбрать главу

«Ποτέ», του είπε αυτή αργά. «Ποια είναι; Τι είναι; Ξάπλωσε και άσε με να―»

Ένα κοτσύφι κελάηδησε και φάνηκε σαν να ήταν παντού στη σκηνή κι έξω επίσης, και μετά από μια στιγμή, μια τσίχλα. Πουλιά των Δύο Ποταμών. Ο Ραντ είχε διαλέξει τα προειδοποιητικά σημάδια απ’ ό,τι ήξερε, με πουλιά που δεν βρίσκονταν στην Ερημιά.

Η Μελίντρα κατέβηκε την ίδια στιγμή από πάνω του, τυλίγοντας το σούφα στο κεφάλι της, φορώντας το πέπλο της, καθώς άρπαζε δόρατα και ασπίδες. Έτσι ακριβώς χίμηξε έξω από τη σκηνή.

«Μα το αίμα και τις στάχτες!» μουρμούρισε ο Ματ, καθώς πάλευε να φορέσει το παντελόνι του. Η τσίχλα σήμαινε νότια. Με τη Μελίντρα είχαν στήσει τη σκηνή τους προς το νότο, με το Τσαρήν, όσο μακρύτερα μπορούσαν να είναι από τον Ραντ όντας ακόμα στο δικό του στρατόπεδο. Αλλά δεν θα έβγαινε γυμνός στις αγκαθωτές βάτες εκεί έξω, όπως είχε κάνει η Μελίντρα. Το κοτσύφι σήμαινε βόρεια, εκεί που ήταν στρατοπεδευμένο το Σάαραντ· έρχονταν ταυτοχρόνως από δύο μεριές.

Χτύπησε τα πόδια του κάτω για να βάλει όπως-όπως τις μπότες του μέσα στην χαμηλή σκηνή, και κοίταξε την ασημένια αλεπουδοκεφαλή που κειτόταν πλάι στις κουβέρτες του. Έξω ακούγονταν φωνές και η κλαγγή μέταλλου σε μέταλλο. Είχε ανακαλύψει τελικά ότι αυτό το μενταγιόν με κάποιον τρόπο είχε εμποδίσει τη Μουαραίν να τον Θεραπεύσει την πρώτη φορά που είχε δοκιμάσει. Όσο αυτός το άγγιζε, η διαβίβασή της δεν τον επηρέαζε. Δεν είχε ακούσει ποτέ για Σκιογέννητους που να μπορούν να διαβιβάσουν, αλλά υπήρχε πάντα το Μαύρο Άτζα —όπως έλεγε ο Ραντ, και τον πίστευε― και πάντα επίσης η πιθανότητα να ερχόταν τελικά ένας Αποδιωγμένος για τον Ραντ. Πέρασε το δερμάτινο κορδόνι πάνω από το κεφάλι του για να κρεμάσει το μενταγιόν στο στήθος του, άρπαξε το δόρυ με το σημάδι του κορακιού και βγήκε στο κρύο φεγγαρόφωτο.

Δεν πρόλαβε να νιώσει την παγωνιά. Προτού βγει ολόκληρος από τη σκηνή, παραλίγο θα του έπαιρνε το κεφάλι ένα σπαθί Τρόλοκ κυρτό σαν δρεπάνι. Η λεπίδα του χάιδεψε τα μαλλιά, καθώς έκανε μια χαμηλή τούμπα και στεκόταν πάλι στα πόδια με το δόρυ προτεταμένο.

Εκ πρώτης όψεως μέσα στο σκοτάδι, ο Τρόλοκ θα μπορούσε να ήταν ένας γιγαντόσωμος άνδρας, αν και μιάμιση φορά ψηλότερος από Αελίτη, που φορούσε μαύρη πλεχτή πανοπλία με καρφιά στους αγκώνες και τους ώμους και κράνος στολισμένο με κέρατα τράγου. Αλλά τα κέρατα φύτρωναν από το ανθρώπινο κεφάλι και κάτω από τα μάτια ξεπρόβαλλε μια τραγίσια μουσούδα.

Ο Τρόλοκ γρύλισε και του όρμηξε και ούρλιαξε σε μια τραχιά γλώσσα, που δεν ήταν προορισμένη για ανθρώπινο λαρύγγι. Ο Ματ στριφογύρισε το δόρυ του σαν πολεμική ράβδο, τινάζοντας πέρα τη βαριά, κυρτή λεπίδα, κι έχωσε τη μακριά αιχμή της λεπίδας του στη μέση του πλάσματος, και η πανοπλία άνοιξε να περάσει το φτιαγμένο με τη Δύναμη ατσάλι εύκολα όσο και η σάρκα από κάτω. Ο τραγομούρης Τρόλοκ διπλώθηκε με μια τραχιά κραυγή και ο Ματ ελευθέρωσε το όπλο του, κάνοντας στο πλάι, καθώς το πλάσμα έπεφτε.

Ολόγυρά του Αελίτες, μερικοί μισοντυμένοι και μερικοί γδυτοί, όμως όλοι, φορώντας τα μαύρα πέπλα τους, πολεμούσαν Τρόλοκ, οι οποίοι είχαν μουσούδες αγριόχοιρων με χαυλιόδοντες ή σκυλίσιες μούρες ή αετίσια ράμφη, άλλοι με κέρατα στα κεφάλια και άλλοι με πούπουλα, και κράδαιναν εκείνα τα παράξενα κυρτά σπαθιά και τσεκούρια με χοντρά καρφιά, τρίαινες και δόρατα. Υπήρχαν και μερικοί που χρησιμοποιούσαν πελώρια τόξα για να εξαπολύσουν ακιδωτά βέλη, μεγάλα σχεδόν σαν δόρατα. Πλάι στους Τρόλοκ πολεμούσαν και άνθρωποι επίσης, φορώντας κακοραμμένα σακάκια, με σπαθιά, φωνάζοντας απελπισμένα, καθώς πέθαιναν ανάμεσα στις βάτες.

«Σαμαήλ!»

«Ο Σαμαήλ και οι Χρυσές Μέλισσες!»

Οι Σκοτεινόφιλοι πέθαιναν σχεδόν αμέσως μόλις πλησίαζαν τους Αελίτες, όμως οι Τρόλοκ πέθαιναν πιο δύσκολα.

«Δεν είμαι ήρωας!» φώναξε ο Ματ στον αέρα, καθώς μαχόταν έναν Τρόλοκ με μούρη αρκούδας και τριχωτά αυτιά, τον τρίτο του. Το πλάσμα κρατούσε πέλεκυ με μακρύ κοντάρι, ο οποίος είχε πεντ’ έξι καρφιά και μια λεπίδα που πλάταινε, αρκετά μεγάλη για να κόψει δένδρο, ανεμίζοντάς την σαν παιχνιδάκι σε εκείνα τα μεγάλα τριχωτά χέρια. Ο Ματ έμπλεκε σε τέτοια πράγματα επειδή ήταν κοντά στον Ραντ. Το μόνο που ήθελε από τη ζωή ήταν λίγο καλό κρασί, ζάρια, και δυο-τρεις όμορφες κοπελίτσες. «Δεν θέλω τέτοια μπλεξίματα!» Ειδικά αν ήταν εκεί κοντά ο Σαμαήλ. «Μ’ ακούτε;»

Ο Τρόλοκ έπεσε χάμω με το λαρύγγι κομμένο και ο Ματ βρέθηκε αντίκρυ σε έναν Μυρντράαλ, τη στιγμή που εκείνος αποτελείωνε δύο Αελίτες, οι οποίοι του είχαν ορμήξει μαζί. Ο Ημιάνθρωπος έμοιαζε με άνθρωπο, είχε ασπρουλιάρικη επιδερμίδα και φορούσε πανοπλία από μαύρες επικαλυπτόμενες φολίδες σαν φιδιού. Και οι κινήσεις του θύμιζαν φίδι επίσης, γοργές και μαλακές και ρέουσες, ενώ ο μανδύας στο μαύρο χρώμα της νύχτας έμενε ασάλευτος όπου κι αν κινούταν. Και δεν είχε μάτια. Μόνο μια νεκρικά χλωμή έκταση δέρματος εκεί όπου θα έπρεπε να είναι τα μάτια του.