Выбрать главу

Το ανόφθαλμο βλέμμα στράφηκε πάνω του και ο Ματ ρίγησε, νιώθοντας τον φόβο να κυλά στα κόκαλά του. «Το βλέμμα του Ανόφθαλμου είναι φόβος», έλεγαν στις Μεθόριες, που ήξεραν απ’ αυτά τα πράγματα, και ακόμα και οι Αελίτες παραδέχονταν ότι η ματιά του Μυρντράαλ έστελνε ρίγη μέχρι το μεδούλι. Αυτό ήταν το πρώτο όπλο του πλάσματος. Ο Ημιάνθρωπος τον πλησίασε τρέχοντας, σαν να έρεε.

Ο Ματ, μουγκρίζοντας, όρμηξε να τον ανταμώσει, περιστρέφοντας το δόρυ του σαν πολεμική ράβδο, λογχίζοντας, κινούμενος διαρκώς. Το πλάσμα κρατούσε λεπίδα μαύρη σαν το μανδύα του, ένα σπαθί σφυρηλατημένο στα καμίνια του Θακαν’ντάρ, και, αν τον έκοβε, τότε ο Ματ θα ήταν ουσιαστικά νεκρός, εκτός αν εμφανιζόταν αμέσως η Μουαραίν για να τον Θεραπεύσει. Αλλά υπήρχε μονάχα ένας σίγουρος τρόπος για να νικήσεις έναν Ξέθωρο. Επίθεση με όλες σου τις δυνάμεις· έπρεπε να τον υπερνικήσεις προτού σου το κάνει αυτός, και αν σκεφτόσουν την άμυνά σου, τότε ήσουν νεκρός. Ο Ματ δεν προλάβαινε ούτε να ρίξει μια κλεφτή ματιά στη μάχη που μαινόταν ολόγυρά του στη νύχτα.

Η λεπίδα του Μυρντράαλ λαμπύριζε σαν γλώσσα ερπετού, τιναζόταν σαν μαύρος κεραυνός, αλλά μόνο για να αντιμετωπίσει την επίθεση του Ματ. Όταν το φτιαγμένο με τη Δύναμη ατσάλι με το σήμα του κορακιού έκρουε το μέταλλο του Θακαν’ντάρ, γαλάζιο φως άστραφτε ολόγυρά τους, τριζοβολιστές αστραπές που πετιούνταν.

Ξαφνικά, ένα οριζόντιο χτύπημα του Ματ αντάμωσε σάρκα. Το μαύρο σπαθί και το χλωμό χέρι τινάχτηκαν πέρα και η λεπίδα στην επιστροφή της έκοψε το λαιμό του Μυρντράαλ, όμως ο Ματ δεν σταμάτησε. Τρύπησε την καρδιά, έκοψε τον τένοντα του ενός ποδιού, μετά του άλλου, σε γοργή διαδοχή. Μόνο τότε απομακρύνθηκε από το πράγμα που ακόμα σφάδαζε στο έδαφος, τινάζοντας το καλό του χέρι και το κολόβωμα, με τις πληγές να χύνουν αίμα σαν μελάνι. Οι Ημιάνθρωποι αργούσαν πολύ να παραδεχτούν ότι ήταν νεκροί· δεν πέθαιναν οριστικά, παρά μόνο όταν έδυε ο ήλιος.

Κοιτώντας τριγύρω του, ο Ματ συνειδητοποίησε ότι η επίθεση είχε τελειώσει. Όσοι Σκοτεινόφιλοι ή Τρόλοκ δεν ήταν νεκροί, το είχαν σκάσει· πάντως, δεν έβλεπε κανέναν όρθιο εκτός από Αελίτες. Κι απ’ αυτούς μερικοί ήταν πεσμένοι. Τράβηξε ένα μαντήλι από το λαιμό ενός πεθαμένου Σκοτεινόφιλου για να σκουπίσει το μαύρο αίμα του Μυρντράαλ από την αιχμή του δόρατός του. Αν το άφηνε, το αίμα θα διέβρωνε το μέταλλο.

Η νυχτερινή επίθεση δεν είχε νόημα. Κρίνοντας από τα πτώματα που έβλεπε στο φεγγαρόφωτο, των Τρόλοκ και των ανθρώπων, κανείς δεν είχε προχωρήσει πολύ πέρα από την πρώτη σειρά των σκηνών. Και μην έχοντας περισσότερες δυνάμεις, δεν μπορεί να έλπιζαν σε κάτι καλύτερο.

«Τι ήταν αυτό που φώναζες; Καράι, κάτι τέτοιο. Είναι η Παλιά Γλώσσα;»

Γύρισε να κοιτάξει τη Μελίντρα. Είχε βγάλει το πέπλο της, αλλά ακόμα φορούσε μονάχα το σούφα της. Υπήρχαν κι άλλες Κόρες ολόγυρα, και άνδρες, που φορούσαν εξίσου λίγα ρούχα, και φαίνονταν εξίσου αδιάφοροι, αν και οι περισσότεροι κατευθύνονταν στις σκηνές τους δίχως να χασομερούν. Δεν είχαν ντροπή, αυτό ήταν. Καθόλου ντροπή. Η Μελίντρα δεν φαινόταν καν να νιώθει το κρύο, αν και η ανάσα της έβγαινε αχνισμένη. Ο Ματ ήταν ιδρωμένος όσο κι εκείνη, και πάγωνε τώρα που δεν είχε τη μάχη για τη ζωή του να απασχολεί το μυαλό του.

«Κάτι που άκουσα κάποτε», της είπε, «Μου άρεσε ο ήχος του». Καράι αν Καλντάζαρ! Για την τιμή του Κόκκινου Αετού. Η πολεμική ιαχή της Μανέθερεν. Οι περισσότερες αναμνήσεις του ήταν από τη Μανέθερεν. Μερικές τις είχε πριν από τη στρεβλωμένη πόρτα. Η Μουαραίν έλεγε ότι ήταν το Αρχαίο Αίμα που ξανάβγαινε. Αρκεί να μην έβγαινε από τις φλέβες του.

Εκείνη τον αγκάλιασε από τους ώμους, καθώς ο Ματ ξεκινούσε να γυρίσει στη σκηνή τους. «Σε είδα με τον Νυχτοδρομέα, Ματ Κώθον». Ένα από τα ονόματα που έδιναν οι Αελίτες στους Μυρντράαλ. «Ήσουν όσο ψηλός χρειάζεται να είναι κανείς».

Ο Ματ, χαμογελώντας, την αγκάλιασε από τη μέση, όμως δεν μπορούσε να διώξει από το νου του την επίθεση. Ήθελε —οι σκέψεις του ήταν μπλεγμένες κουβάρι με τις δανεικές αναμνήσεις του― αλλά δεν μπορούσε. Γιατί άραγε να εξαπολύσει κανείς μια τέτοια απελπισμένη επίθεση; Μόνο ένας βλάκας επιτίθεται χωρίς λόγο σε υπέρτερες δυνάμεις. Αυτή ήταν η σκέψη που δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το νου του. Κανείς δεν επιτίθεται χωρίς λόγο.

Τα κελαηδίσματα ξύπνησαν τον Ραντ αμέσως, κι εκείνος άρπαξε το σαϊντίν, καθώς τίναζε τις κουβέρτες κατά μέρος κι έβγαινε έξω τρέχοντας, δίχως σακάκι, με τις κάλτσες. Η νύχτα ήταν κρύα και φεγγαρόλουστη, και αμυδροί ήχοι μάχης έρχονταν από τους λόφους κάτω από το πέρασμα. Ολόγυρά του, οι Αελίτες ξεσηκώνονταν σαν θυμωμένα μυρμήγκια κι έτρεχαν στη νύχτα εκεί απ’ όπου μπορεί να δέχονταν επίθεση στο πέρασμα. Τα ξόρκια φύλαξης θα σήμαιναν ξανά —οι Σκιογέννητοι στο πέρασμα θα έκαναν να ακουστεί ένας σπίνος― μέχρι το πρωί που θα τα έλυνε, αλλά δεν υπήρχε λόγος για ανόητα ρίσκα.