Σε λίγο το πέρασμα ήταν πάλι σιωπηλό και οι γκαϊ’σάιν στις σκηνές τους, μιας και τους απαγορεύονταν τα όπλα ακόμα και τώρα, ενώ οι άλλοι Αελίτες ήταν στα άλλα σημεία που ίσως να χρειάζονταν προστασία. Ακόμα και η Αντελίν και οι άλλες Κόρες είχαν χαθεί, σαν να ήξεραν ότι, αν είχαν σταθεί να περιμένουν, ο Ραντ θα τις είχε εμποδίσει να φύγουν. Άκουσε μερικά μουρμουρητά από τις άμαξες κοντά στα τείχη της πόλης, όμως δεν εμφανίστηκαν ούτε οι αμαξάδες ούτε ο Καντίρ· ο Ραντ δεν περίμενε ότι θα ξεμύτιζαν. Οι αμυδροί ήχοι της μάχης —άνθρωποι που φώναζαν, ούρλιαζαν, πέθαιναν― έρχονταν από δύο κατευθύνσεις. Και οι δύο ήταν από κάτω, μακριά του. Υπήρχε επίσης κόσμος γύρω από τις σκηνές των Σοφών· έμοιαζαν να κοιτάζουν προς τη μάχη.
Δεν είχε νόημα μια επίθεση εκεί κάτω. Δεν ήταν το Μιαγκόμα, εκτός αν ο Τίμολαν είχε πάρει Σκιογέννητους στη φατρία του, κι αυτό ήταν εξίσου πιθανό με το να στρατολογούσαν Τρόλοκ οι Λευκομανδίτες. Ξαναγύρισε στη σκηνή του και, παρ’ όλο που ήταν τυλιγμένος στο Κενό, τινάχτηκε.
Η Αβιέντα είχε βγει στο φως του φεγγαριού, κουκουλωμένη με μια κουβέρτα. Λίγο πιο πέρα στεκόταν ένας ψηλός άνδρας τυλιγμένος σε σκούρο μανδύα· οι σκιές του φεγγαρόφωτος έπαιζαν στο κοκαλιάρικο πρόσωπό του, που ήταν υπερβολικά χλωμό, με υπερβολικά μεγάλα μάτια. Ένα γουργούρισμα ακούστηκε, και ο μανδύας άνοιξε κι έγινε πλατιά, δερμάτινα φτερά, σαν νυχτερίδας. Βαδίζοντας σαν σε όνειρο, η Αβιέντα πλησίασε την αγκαλιά που την περίμενε.
Ο Ραντ διαβίβασε, και λεπτή σαν δάχτυλο μοιροφωτιά πέρασε καυτή δίπλα της, ένα βέλος από συμπαγές φως που πέτυχε το Ντραγκχάρ στο κεφάλι. Το αποτέλεσμα της πιο στενή δέσμης ήταν πιο αργό, αλλά εξίσου αποτελεσματικό όσο και άλλοτε, με τα Σκοτεινόσκυλα. Τα χρώματα του πλάσματος αναστράφηκαν, το μαύρο έγινε άσπρο, το άσπρο μαύρο, και μετατράπηκε σε λαμπυρίζοντες κόκκους που έλιωσαν στον αέρα.
Η Αβιέντα τινάχτηκε όταν το γουργούρισμα σταμάτησε, κοίταξε τα τελευταία σωματίδια που εξαφανίζονταν, και στράφηκε προς τον Ραντ, σφίγγοντας γύρω της την κουβέρτα. Το χέρι της υψώθηκε κι ένα ρεύμα φωτιάς χοντρό σαν το κεφάλι του πετάχτηκε προς το μέρος του.
Ξαφνιασμένος ακόμα και μέσα στην αδειανοσύνη, χωρίς να σκεφτεί καν τη Δύναμη, ρίχτηκε στο έδαφος κάτω από τις πλατιές φλόγες. Οι φλόγες έσβησαν αμέσως.
«Τι κάνεις τώρα;» γάβγισε, τόσο θυμωμένος, τόσο σοκαρισμένος, που το Κενό ράγισε και το σαϊντίν εξαφανίστηκε. Σηκώθηκε όπως-όπως όρθιος, την πλησίασε. «Δεν έχω δει ποτέ μου τέτοια αχαριστία!» Ήταν έτοιμος να την πιάσει και να την ταρακουνήσει δυνατά. «Μόλις σου έσωσα τη ζωή, σε περίπτωση που δεν το παρατήρησες και, αν παραβίασα κάποιο από τα παλιο-έθιμα των Αελιτών, ούτε που με-!»
«Την άλλη φορά», του αντιγύρισε αυτή, «θα αφήσω τον μεγάλο Καρ’α’κάρν να φροντίσει μόνος του την κατάσταση!» Σφίγγοντας αδέξια την κουβέρτα πάνω της, χώθηκε στη σκηνή.
Για πρώτη φορά, κοίταξε πίσω του. Κοίταξε το άλλο Ντραγκχάρ που είχε σωριαστεί στο έδαφος τυλιγμένο στις φλόγες. Ήταν τόσο θυμωμένος που δεν είχε ακούσει το τριζοβόλημα και τα κροταλίσματα, καθώς το πλάσμα καιγόταν, δεν είχε μυρίσει την οσμή του καμένου λίπους. Δεν είχε νιώσει καν την κακία του. Τα Ντραγκχάρ σκότωναν ρουφώντας πρώτα την ψυχή και μετά τη ζωή. Έπρεπε να είναι κοντά, να αγγίζει το θύμα του, όμως αυτό εδώ δεν απείχε ούτε δυο βήματα από κει που στεκόταν ο Ραντ. Δεν ήξερε πόσο αποτελεσματικό ήταν το γουργούρισμα και το αγκάλιασμα του Ντραγκχάρ εναντίον κάποιου που ήταν γεμάτος σαϊντίν, αλλά χαιρόταν που δεν το είχε μάθει.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και γονάτισε πλάι στην πόρτα της σκηνής. «Αβιέντα;» Δεν μπορούσε να μπει. Μια λάμπα ήταν αναμμένη μέσα και μπορεί η Αβιέντα να καθόταν γυμνή, ψάλλοντάς του τα για τα καλά με το νου της, όπως του άξιζε. «Αβιέντα, λυπάμαι. Σου ζητώ συγγνώμη. Ήμουν βλάκας που μίλησα έτσι χωρίς να ρωτήσω γιατί. Έπρεπε να ξέρω ότι δεν θα μου έκανες κακό, και... και... είμαι βλάκας», κατέληξε αδύναμα.
«Τίποτα δεν ξέρεις, Ραντ αλ’Θόρ», ακούστηκε η πνιγμένη απάντηση της. «Είσαι μεγάλος βλάκας!»
Μα πώς ζητούσαν συγγνώμη οι Αελίτες; Ποτέ δεν της το είχε ρωτήσει. Ξαναφέρνοντας στο νου του το τζι’ε’τόχ, τις γυναίκες που μάθαιναν άνδρες να τραγουδούν, και τα γαμήλια έθιμά τους, δεν ήθελε να ρωτήσει. «Ναι, είμαι. Και ζητώ συγγνώμη». Δεν ακούστηκε απάντηση αυτή τη φορά. «Είσαι στις κουβέρτες σου;» Σιωπή.