Μουρμουρίζοντας, σηκώθηκε και χοροπήδησε με τις κάλτσες στο παγωμένο έδαφος. Θα έμενε εκεί έξω μέχρι να βεβαιωνόταν ότι η Αβιέντα ήταν σκεπασμένη. Δίχως μπότες ή σακάκι. Έπιασε στο σαϊντίν, παρά το μόλυσμα, μόνο και μόνο για βρεθεί στο Κενό, μακριά από την παγωνιά που έφτανε ως το μεδούλι.
Οι τρεις Σοφές Ονειροβάτισσες ήρθαν τρέχοντας, φυσικά, και η Εγκουέν μαζί, κοιτώντας το φλεγόμενο Ντραγκχάρ, καθώς το προσπερνούσαν, σηκώνοντας τα επώμιά τους με πανομοιότυπες κινήσεις.
«Μόνο ένα», είπε η Άμυς. «Δόξα στο Φως, αν κι εκπλήσσομαι».
«Δύο ήταν», της είπε ο Ραντ. «Το άλλο... το εξόντωσα». Έπρεπε να διστάζει μόνο και μόνο επειδή η Μουαραίν τον είχε προειδοποιήσει για τη μοιροφωτιά; Ήταν ένα όπλο σαν όλα τα άλλα. «Αυτό, αν δεν το είχε σκοτώσει η Αβιέντα, μπορεί να με είχε πιάσει».
«Τη νιώσαμε να διαβιβάζει και αυτό μας τράβηξε», είπε η Εγκουέν, κοιτώντας τον από την κορφή ως τα νύχια. Στην αρχή του φάνηκε ότι έλεγχε μην τυχόν και είχε τραυματιστεί, αλλά εκείνη έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στα καλτσοφορεμένα πόδια του και μετά κοίταξε τη σκηνή, όπου μια χαραμάδα στην πόρτα άφηνε να περάσει το φως της λάμπας. «Την αναστάτωσες πάλι, ε; Σου έσωσε τη ζωή κι εσύ... Άνδρες!» Κουνώντας αηδιασμένα το κεφάλι, τον προσπέρασε και μπήκε στη σκηνή. Άκουσε αμυδρές φωνές, όμως δεν μπόρεσε να καταλάβει τι έλεγαν.
Η Μελαίν ανασήκωσε το επώμιό της. «Αν δεν μας χρειάζεσαι, τότε πρέπει να δούμε τι συμβαίνει εκεί κάτω». Έφυγε τρέχοντας, χωρίς να περιμένει τις άλλες δύο.
Η Μπάιρ άφησε ένα κακαριστό γέλιο, καθώς την ακολουθούσε παρέα με την Άμυς. «Πάμε στοίχημα σε ποιον θα τρέξει πρώτα; Βάζω το περιδέραιό μου από αμέθυστο, που σου αρέσει τόσο, αν βάλεις το ζαφειρένιο βραχιόλι σου».
«Είμαι μέσα. Διαλέγω την Ντορίντα».
Η πιο ηλικιωμένη Σοφή γέλασε ξανά. «Τα μάτια της ακόμα καθρεφτίζουν τον Μπάελ. Η πρωταδελφή είναι πρωταδελφή, όμως ο καινούριος σύζυγος...»
Προχώρησαν και δεν ακούγονταν πια, και ο Ραντ έσκυψε κοντά στην πόρτα της σκηνής. Και πάλι δεν άκουγε τι έλεγαν, εκτός αν κολλούσε το αυτί του στη χαραμάδα, και δεν ήθελε να το κάνει αυτό. Σίγουρα η Αβιέντα θα είχε σκεπαστεί, τώρα που είχε μπει μέσα η Εγκουέν. Από την άλλη όμως, η Εγκουέν ακολουθούσε τους τρόπους των Αελιτών και ήταν εξίσου πιθανό ότι θα είχε βγάλει κι αυτή τα ρούχα της.
Μαλακές πατημασιές από γοβάκια ανακοίνωσαν την άφιξη της Μουαραίν και του Λαν, και ο Ραντ ορθώθηκε. Παρ’ όλο που άκουγε την ανάσα και των δυο τους, τα βήματα του Πρόμαχου ήταν σχεδόν αθόρυβα, Τα μαλλιά της Μουαραίν κρέμονταν ολόγυρα από το πρόσωπό της και η ίδια κρατούσε μια σκούρα ρόμπα τυλιγμένη γύρω της, το μετάξι της οποίας έλαμπε κάτω από το φεγγάρι. Ο Λαν ήταν ντυμένος κανονικά, φορούσε μπότες κι έφερε τα όπλα του, κουκουλωμένος με εκείνον το μανδύα που τον έκανε ένα με τη νύχτα. Φυσικά. Ο αχός της μάχης στους πιο κάτω λόφους καταλάγιαζε.
«Παραξενεύομαι που δεν ήρθες νωρίτερα, Μουαραίν». Η φωνή του ήχησε κρύα, όμως ήταν προτιμότερο από το να κρυώνει ο ίδιος. Κράτησε το σαϊντίν, το πολέμησε, και η παγωνιά της νύχτας ήταν κάτι απόμακρο. Την αντιλαμβανόταν, αντιλαμβανόταν τις τρίχες των μπράτσων του, οι οποίες είχαν σηκωθεί από το κρύο κάτω από τα μανίκια του, αλλά δεν την ένιωθε. «Συνήθως έρχεσαι να με βρεις με το που καταλαβαίνεις ότι γίνεται φασαρία».
«Ποτέ δεν εξήγησα όλα όσα κάνω ή δεν κάνω». Η φωνή της ήταν ψυχρή και μυστηριώδης, αλλά, ακόμα και στο φεγγαρόφωτο, ο Ραντ ήταν βέβαιος ότι η Μουαραίν είχε κοκκινίσει. Κάτι φαινόταν να ανησυχεί τον Λαν, αν και δύσκολα το καταλάβαινες από την έκφρασή του. «Δεν μπορώ να σου κρατώ για πάντα το χεράκι. Κάποια στιγμή θα πρέπει να περπατήσεις μόνος σου».
«Αυτό δεν έκανα απόψε;» Η ντροπή έσκασε πάνω στο Κενό —μιλούσε σαν και τα είχε κάνει όλα μόνος του― κι έτσι πρόσθεσε, «Η Αβιέντα τον πρόλαβε πάνω που θα έπεφτε στην πλάτη μου». Οι φλόγες του Ντραγκχάρ είχαν χαμηλώσει.
«Καλά που ήταν εδώ δηλαδή», είπε ήρεμα η Μουαραίν. «Δεν με χρειάστηκες».
Ο Ραντ ήταν σίγουρος ότι η Άες Σεντάι δεν φοβόταν. Την είχε δει να χιμά ανάμεσα σε Σκιογέννητους, να χειρίζεται τη Δύναμη με τη δεξιοτεχνία που ο Λαν χειριζόταν το σπαθί του, τόσες φορές που δεν πίστευε ότι είχε φοβηθεί. Γιατί, λοιπόν, δεν είχε έρθει, όταν είχε νιώσει το Ντραγκχάρ; Θα το είχε νιώσει, όπως και ο Λαν· ήταν ένα από τα δώρα που είχε κάθε Πρόμαχος από το δεσμό του με την Άες Σεντάι. Ο Ραντ μπορούσε να την πιέσει να του απαντήσει, μπορούσε να τη στριμώξει ανάμεσα στον όρκο της και στην ανικανότητά της να πει ευθέως ψέματα. Αλλά όχι, δεν μπορούσε. Ή μάλλον, δεν θα το έκανε. Δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα σε κάποια που προσπαθούσε να τον βοηθήσει.
«Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε τι σκοπό είχε η επίθεση εκεί κάτω», είπε. «Ήθελαν να πιστέψω ότι κάτι σημαντικό συμβαίνει εκεί, ενώ τα Ντραγκχάρ θα με πλησίαζαν ύπουλα. Το είχαν δοκιμάσει στο Φρούριο της Κρυόπετρας και δεν τα κατάφεραν ούτε εκεί». Μόνο που τώρα παραλίγο θα τα κατάφερναν. Αν ήταν αυτή η πρόθεσή τους. «Θα πίστευε κανείς πως θα δοκίμαζαν κάτι καινούριο». Μπροστά του ο Κουλάντιν· οι Αποδιωγμένοι παντού ή έτσι φαινόταν. Γιατί άραγε δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει έναν-έναν τους εχθρούς του;