«Μην κάνεις το λάθος να θεωρήσεις τους Αποδιωγμένους απλούς», είπε η Μουαραίν. «Μπορεί να αποβεί μοιραίο». Έσιαξε τη ρόμπα της, σαν να ευχόταν να ήταν πιο χοντρό το ύφασμα. «Είναι αργά. Αν δεν με χρειάζεσαι άλλο...;»
Οι Αελίτες άρχισαν να επιστρέφουν, καθώς εκείνη έφευγε μαζί με τον Πρόμαχο. Μερικοί, βλέποντας το Ντραγκχάρ, ξεστόμισαν κραυγές και σήκωσαν μερικούς γκαϊ’σάιν να το σύρουν αλλού, όμως οι περισσότεροι απλώς το κοίταξαν και προχώρησαν στις σκηνές τους. Έμοιαζαν να περιμένουν πια τέτοια πράγματα απ’ αυτόν.
Όταν φάνηκαν η Αντελίν και οι Κόρες, έσερναν τα πόδια τους με τις μαλακές μπότες. Κοίταξαν το Ντραγκχάρ, που το έπαιρναν αλλού οι γκαϊ’σάιν με τις λευκές ρόμπες, και αντάλλαξαν για λίγη ώρα ματιές προτού πλησιάσουν τον Ραντ.
«Δεν γινόταν τίποτα εδώ», είπε αργά η Αντελίν. «Η επίθεση ήταν χαμηλά, από τους Σκοτεινόφιλους και τους Τρόλοκ».
«Φώναζαν “Ο Σαμαήλ και οι Χρυσές Μέλισσες”, τους άκουσα», πρόσθεσε μια άλλη. Είχε το κεφάλι τυλιγμένο με το σούφα και ο Ραντ δεν καταλάβαινε ποια ήταν. Από τη φωνή έμοιαζε νέα· μερικές Κόρες ήταν το πολύ δεκάξι χρόνων.
Η Αντελίν πήρε μια βαθιά ανάσα και άπλωσε ένα από τα δόρατά της, οριζόντια μπροστά του, με χέρι σταθερό. Οι άλλες τη μιμήθηκαν, με ένα δόρυ καθεμιά. «Απέτυχα ― αποτύχαμε», είπε η Αντελίν. «Έπρεπε να ήμασταν εδώ όταν ήρθε το Ντραγκχάρ. Αλλά εμείς τρέχαμε σαν παιδιά να χορέψουμε τα δόρατα».
«Τι πρέπει να κάνω μ’ αυτά;» ρώτησε ο Ραντ και η Αντελίν αποκρίθηκε δίχως δισταγμό.
«Ό,τι επιθυμείς, Καρ’α’κάρν. Είμαστε έτοιμες και δεν θα αντισταθούμε».
Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. Ανάθεμα τους Αελίτες και το αναθεματισμένο το τζι’ε’τόχ τους. «Πάρτε τα αυτά και πηγαίνετε να φυλάξετε τη σκηνή μου. Εντάξει; Άντε». Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους προτού υπακούσουν, απρόθυμα, όπως όταν τον είχαν πλησιάσει. «Και ας πει κάποια στην Αβιέντα ότι θα μπω μέσα όταν επιστρέψω», πρόσθεσε. Δεν θα περνούσε όλη τη νύχτα απ’ έξω ν’ αναρωτιέται αν ήταν ασφαλές να μπει. Απομακρύνθηκε, με το βραχώδες έδαφος σκληρό κάτω από τα πόδια του.
Η σκηνή του Ασμόντιαν δεν ήταν πολύ μακριά από τη δική του. Δεν είχε ακουστεί άχνα από κει. Ο Ραντ άνοιξε απότομα την πόρτα και χώθηκε μέσα. Ο Ασμόντιαν καθόταν στο σκοτάδι, μασώντας το χείλος του. Όταν φάνηκε ο Ραντ, μόρφασε και δεν του άφησε περιθώριο να μιλήσει.
«Δεν περίμενες να μπλεχτώ κι εγώ, ε; Ένιωσα τα Ντραγκχάρ, αλλά μπορούσες να τα αντιμετωπίσεις· τα κατάφερες. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα Ντραγκχάρ· κακώς τα πλάσαμε. Έχουν λιγότερο μυαλό κι από τους Τρόλοκ. Ακόμα κι όταν τους δίνεις μια διαταγή, είναι πιθανότερο μερικές φορές να σκοτώσουν ό,τι βρουν πιο κοντινό. Αν είχα βγει έξω, αν είχα κάνει κάτι... Για φαντάσου να με έβλεπε κανείς; Αν καταλάβαινε ότι δεν διαβίβαζες εσύ; Θα―»
«Πάλι καλά για σένα που δεν το έκανες», τον διέκοψε ο Ραντ, ενώ καθόταν σταυροπόδι στο σκοτάδι. «Αν σε είχα νιώσει γεμάτο σαϊντίν εδώ έξω απόψε, μπορεί να σε σκότωνα».
Το γέλιο του άλλου ήχησε τρεμάμενο. «Το σκέφτηκα κι αυτό».
«Αυτός που ετοίμασε την επίθεση απόψε ήταν ο Σαμαήλ. Ή τουλάχιστον αυτός που έστειλε τους Τρόλοκ και τους Σκοτεινόφιλους».
«Ο Σαμαήλ δεν συνηθίζει να σπαταλά υλικό», είπε αργά ο Ασμόντιαν. «Αλλά δεν θα ’λεγε όχι σε δέκα χιλιάδες νεκρούς ή και σε δεκαπλάσιους, αν ήταν να κερδίσει κάτι, που κατά τη γνώμη του θα άξιζε τέτοιο τίμημα. Ίσως κάποιος από τους άλλους θέλει να νομίσεις πως ήταν αυτός. Ακόμα κι αν οι Αελίτες έπαιρναν αιχμαλώτους... Οι Τρόλοκ δεν σκέφτονται πολλά πέρα από το να σκοτώσουν, και οι Σκοτεινόφιλοι πιστεύουν ό,τι τους πεις».
«Εκείνος ήταν. Κάποτε προσπάθησε με τον ίδιο τρόπο να με παρασύρει για να του επιτεθώ, στο Σερένταχαρ». Ωχ, Φως μου! Η σκέψη πλανήθηκε στην επιφάνεια του Κενού. Είπα «να με παρασύρει». Δεν ήξερε πού ήταν το Σερένταχαρ, τίποτα εκτός απ’ αυτό που μόλις είχε πει. Τα λόγια απλώς είχαν βγει από το στόμα του.
Μετά από αρκετή σιωπή, ο Ασμόντιαν είπε χαμηλόφωνα, «Δεν το ήξερα».
«Αυτό που θέλω να μάθω είναι, γιατί;» Ο Ραντ διάλεξε με προσοχή τα λόγια του, ελπίζοντας να ήταν όλα δικά του. Θυμόταν το πρόσωπο του Σαμαήλ, που ήταν —Δεν είναι δική μου. Δεν είναι δική μου ανάμνηση― μικρόσωμος και στιβαρός, με κοντό, κίτρινο γενάκι. Ο Ασμόντιαν του είχε περιγράψει όλους τους Αποδιωγμένους, όμως ο Ραντ ήξερε ότι αυτή η εικόνα δεν είχε προέλθει από κείνη την περιγραφή. Ο Σαμαήλ ανέκαθεν ήθελε να είναι ψηλότερος, και δεν άντεχε ότι δεν μπορούσε να κατορθωθεί αυτό με τη Δύναμη. «Απ’ όσα μου έχεις πει, μάλλον δεν θα θέλει να με αντιμετωπίσει, παρά μόνο όταν θα είναι σίγουρος για τη νίκη του, ίσως ούτε και τότε ακόμα. Είπες ότι πιθανότατα θα με άφηνε στον Σκοτεινό, αν μπορούσε. Γιατί, λοιπόν, είναι βέβαιος τώρα πως θα νικήσει, αν αποφασίσω να τον κυνηγήσω;»