Выбрать главу

Το συζήτησαν στα σκοτεινά ώρες πολλές δίχως να καταλήξουν σε κάποιο συμπέρασμα. Ο Ασμόντιαν είχε τη γνώμη πως ήταν έργο κάποιων από τους υπόλοιπους, που ήλπιζε να στρέψει τον Ραντ εναντίον του Σαμαήλ, έτσι ώστε να ξεφορτωθεί τον έναν, ίσως και τους δύο· αυτά, κατά τον ισχυρισμό του Ασμόντιαν. Ο Ραντ ένιωσε τα μαύρα μάτια του άλλου πάνω του, να αναρωτιούνται. Η γκάφα του ήταν μεγάλη και δεν μπορούσε να την καλύψει.

Όταν στο τέλος επέστρεψε στη σκηνή του, η Αντελίν και οι δώδεκα Κόρες πετάχτηκαν όρθιες κι άρχισαν ταυτοχρόνως να του λένε ότι η Εγκουέν είχε φύγει και η Αβιέντα είχε αποκοιμηθεί εδώ και ώρα, ότι ήταν θυμωμένη μαζί του, ότι και οι δύο γυναίκες ήταν θυμωμένες μαζί του. Του πρόσφεραν πολλές και διαφορετικές συμβουλές για να αντιμετωπίσει το θυμό τους, μιλώντας η μια πάνω στην άλλη, έτσι που ο Ραντ δεν καταλάβαινε τίποτα. Τελικά έμειναν σιωπηλές, ανταλλάσσοντας ματιές, και η Αντελίν μίλησε μόνη της.

«Πρέπει να μιλήσουμε για το αποψινό. Γι’ αυτό που κάναμε και γι’ αυτό που αποτύχαμε να κάνουμε. Το―»

«Δεν ήταν τίποτα», της είπε, «και, αν ήταν κάτι, είναι συγχωρημένο και ξεχασμένο. Για μια βραδιά θα ήθελα να κοιμηθώ μερικές ωρίτσες. Αν θέλετε να το συζητήσετε, πάτε στην Άμυς ή στην Μπάιρ. Είμαι βέβαιος ότι θα καταλάβουν καλύτερα από μένα τι ζητάτε». Αυτό, κατά παράξενο τρόπο, τις έκανε να κλείσουν το στόμα και να τον αφήσουν να μπει μέσα.

Η Αβιέντα ήταν στις κουβέρτες της, απ’ όπου ξεπρόβαλλε ένα λεπτό, γυμνό πόδι. Ο Ραντ προσπάθησε να μην το κοιτάξει, ούτε κι αυτήν. Είχε αφήσει τη λάμπα αναμμένη. Χώθηκε με χαρά στις κουβέρτες του και διαβίβασε για να σβήσει η λάμπα, προτού αφήσει το σαϊντίν. Αυτή τη φορά ονειρεύτηκε την Αβιέντα να εξαπολύει φωτιά, μόνο που δεν την πέταγε σε Ντραγκχάρ, και ο Σαμαήλ καθόταν στο πλευρό της και γελούσε.

23

«Το Πέμπτο, Σας Το Δίνω»

Η Εγκουέν οδήγησε τη Μιστ γύρω από μια χλοερή λοφοκορφή και κοίταξε τα ποτάμια των Αελιτών να κατεβαίνουν από το Πέρασμα Τζανγκάι. Η σέλα πάλι είχε σπρώξει τα φουστάνια της πάνω από τα γόνατά της, όμως τώρα σχεδόν δεν το πρόσεχε. Δεν μπορούσε να περνά όλες της τις ώρες σιάζοντάς τα. Κι επίσης φορούσε κάλτσες· τα πόδια της δεν ήταν γυμνά.

Οι Αελίτες κατέβαιναν σε φάλαγγες από κάτω της, παραταγμένοι κατά φατρία και σέπτα και κοινωνία. Χιλιάδες επί χιλιάδων, με τα υποζύγια και τα μουλάρια, με τους γκαϊ’σάιν που θα φρόντιζαν τα στρατόπεδα, ενώ οι υπόλοιποι πολεμούσαν, απλωμένοι σε πλάτος ενός μιλίου, ενώ υπήρχαν ακόμα κι άλλοι στο πέρασμα ή είχαν ήδη προχωρήσει και χαθεί. Ακόμα και χωρίς να υπάρχουν οικογένειες, έμοιαζε να προελαύνει ένα έθνος ολόκληρο. Η Οδός του Μεταξιού εδώ ήταν δρόμος κανονικός, πλάτους πενήντα ολόκληρων βημάτων, στρωμένος με πλατιές λευκές πλάκες, ο οποίος περνούσε ίσια μέσα από λόφους που είχαν σκαφτεί για να είναι επίπεδοι. Η μάζα των Αελιτών ήταν τόση, που ο δρόμος σχεδόν είχε χαθεί από κάτω τους, παρ’ όλο που οι περισσότεροι έδειχναν ότι προτιμούσαν να περπατήσουν στο γρασίδι, αλλά αρκετές πλάκες είχαν τη μια γωνιά ανασηκωμένη ή βυθισμένη. Τα τελευταία είκοσι χρόνια το δρόμο τον διάβαιναν μονάχα κάρα ντόπιων αγροτών και αραιά και πού κάποια άμαξα.

Ξαφνιάστηκε, βλέποντας πάλι δένδρα, αληθινά δένδρα, ψηλές βελανιδιές και χαμαιδάφνες που σχημάτιζαν πραγματικά αλσύλλια, αντί για κοντά, παραμορφωμένα από τον άνεμο νανόδενδρα, που φύτρωναν διάσπαρτα, όπως επίσης και το ψηλό γρασίδι που ανέμιζε στην αύρα ανάμεσα στους λόφους. Υπήρχε πραγματικό δάσος στο βορρά, και σύννεφα στον ουρανό, που ήταν αραιά και ψηλά, αλλά δεν έπαυαν να είναι σύννεφα. Ο αέρας έμοιαζε υπέροχα δροσερός μετά την Ερημιά, και υγρός, αν και τα καφέ φύλλα και οι μεγάλες καφέ λωρίδες του γρασιδιού της έλεγαν ότι στην πραγματικότητα μπορεί να έκανε περισσότερη ζέστη και ξηρασία απ’ το συνηθισμένο γι’ αυτή την εποχή του χρόνου. Πάντως, η ύπαιθρος της Καιρχίν ήταν ένας χλοερός παράδεισος σε σύγκριση με την άλλη πλευρά του Δρακότειχους.

Ένα ρυάκι ελισσόταν, κυλώντας προς το βορρά κάτω από μια σχεδόν επίπεδη γέφυρα, στριμωγμένο στον ξεραμένο πηλό μιας μεγαλύτερης κοίτης· λίγα μίλια παραπέρα στην ίδια κατεύθυνση ήταν ο ποταμός Γκάελιν. Η Εγκουέν αναρωτήθηκε τι θα έκαναν οι Αελίτες μπροστά σ’ αυτό το ποτάμι· είχε δει άλλη μια φορά Αελίτες κοντά σε ποτάμι. Η ζαρωμένη λωρίδα του νερού ήταν ακριβώς το σημείο που κοβόταν η σταθερή ροή των ανθρώπων, καθώς άνδρες και Κόρες κοντοστέκονταν, για να την ατενίσουν έκπληκτοι, προτού περάσουν απέναντι.