Выбрать главу

Οι άμαξες του Καντίρ συνέχιζαν από το δρόμο, και οι μακριές σειρές των μουλαριών τραβούσαν, βάζοντας τα δυνατά τους, αλλά συνεχώς οι Αελίτες τις προσπερνούσαν. Είχαν κάνει τέσσερις μέρες για να περάσουν τις στροφές και τα γυρίσματα του περάσματος, και ο Ραντ προχωρούσε γοργά, σαν να ήθελε να φτάσει στην Καιρχίν μέσα τις λίγες ώρες που θα είχαν ακόμα φως στον ουρανό. Η Μουαραίν και ο Λαν προχωρούσαν μαζί με τις άμαξες· όχι μπροστά τους, ούτε και με το λευκό σπιτάκι του Καντίρ που έμοιαζε με κουτί σε ρόδες, αλά πλάι στη δεύτερη άμαξα, όπου η σκεπασμένη με μουσαμά μορφή της πόρτας-τερ’ανγκριάλ σχημάτιζε καμπούρα πάνω από το υπόλοιπο φορτίο. Κάποια αντικείμενα του φορτίου ήταν τυλιγμένα προσεχτικά ή ήταν πακεταρισμένα σε κουτιά και βαρέλια, τα οποία είχε φέρει ο Καντίρ στην Ερημιά γεμάτα αγαθά, ενώ μερικά ήταν απλώς βαλμένα όπου χωρούσαν, παράξενες μορφές από μέταλλο και γυαλί, μια καρέκλα από κόκκινο κρύσταλλο, δύο αγαλματάκια σε ύψος παιδιού που έδειχναν έναν άνδρα και μια γυναίκα γυμνούς, ραβδιά από κόκαλο και φίλντισι και παράξενα μαύρα υλικά που ποίκιλλαν σε μήκος και σε πάχος. Λογής-λογής πράγματα, ανάμεσά τους και μερικά που η Εγκουέν δεν μπορούσε καλά-καλά ούτε να τα περιγράψει. Η Μουαραίν δεν είχε αφήσει ούτε πόντο άδειο σε καμία από τις άμαξες.

Η Εγκουέν ευχήθηκε να ήξερε γιατί η Άες Σεντάι νοιαζόταν τόσο πολύ για κείνη τη συγκεκριμένη άμαξα· ίσως κανένας άλλος να μην είχε προσέξει ότι η Μουαραίν της έδινε περισσότερη προσοχή απ’ ό,τι σε όλες τις υπόλοιπες μαζί, αλλά έτσι ήταν. Όχι ότι θα μάθαινε σύντομα το λόγο. Η πρόσφατα αποκτημένη ισότητά της με τη Μουαραίν ήταν κάτι το ευαίσθητο, όπως είχε μάθει, όταν είχε κάνει αυτή την ερώτηση, στην καρδιά του περάσματος, και είχε ακούσει τη Μουαραίν να της απαντά ότι η φαντασία της κάλπαζε και ότι, αν είχε χρόνο να κατασκοπεύει την Άες Σεντάι, τότε ίσως η Μουαραίν μπορούσε να πει στις Σοφές ότι έπρεπε να εντείνουν την εκπαίδευσή της. Η Εγκουέν φυσικά είχε απολογηθεί εκ βαθέων και η συγγνώμη της πρέπει να είχε φέρει αποτέλεσμα. Η Άμυς και οι άλλες δεν ζητούσαν μεγαλύτερο μερίδιο από τις νύχτες της σε σχέση με πριν.

Περίπου εκατό Φαρ Ντάραϊς Μάι του Τάαρνταντ περνούσαν τρέχοντας με κοντά βηματάκια από τη δική της πλευρά του δρόμου, με άκοπες κινήσεις, με γεμάτες φαρέτρες στους γοφούς και με τα πέπλα τους να κρέμονται, αλλά έτοιμα να φορεθούν. Μερικές κρατούσαν στα χέρια τόξα από κυρτά κέρατα με βέλη στις χορδές, άλλες τα είχαν σε θήκες στην πλάτη, ενώ τα δόρατα και οι μικρές στρογγυλές ασπίδες κουνιόνταν ρυθμικά, καθώς έτρεχαν. Πίσω από την παράταξή τους, δώδεκα γκαϊ’σάιν με λευκές ρόμπες οδηγούσαν φορτωμένα μουλάρια και πάσχιζαν να τις προφτάσουν. Μία γκαϊ’σάιν φορούσε μαύρα, όχι λευκά: η Ισέντρε μοχθούσε πιο σκληρά απ’ όλους. Η Εγκουέν διέκρινε την Αντελίν και δυο-τρεις ακόμα, που φύλαγαν τη σκηνή του Ραντ τη νύχτα της επίθεσης. Καθεμιά τους, εκτός από τα όπλα της, κρατούσε και μια προχειροφτιαγμένη κούκλα που είχε κανονικά φουστάνια και λευκή μπλούζα· έδειχναν ακόμα πιο ανέκφραστες απ’ όσο συνήθως, προσπαθώντας να προσποιηθούν ότι δεν κρατούσαν τέτοιο πράγμα.

Η Εγκουέν δεν είχε καταλάβει προς τι αυτή η φασαρία. Οι Κόρες που είχαν σκοπιά τότε, είχαν έρθει ομαδόν για να δουν την Μπάιρ και την Άμυς όταν είχε τελειώσει η βάρδιά τους, και είχαν περάσει αρκετή ώρα μαζί τους. Το επόμενο πρωί, ενώ οι άλλοι μάζευαν το στρατόπεδο στη γκριζάδα πριν από το χάραμα, είχαν αρχίσει να φτιάχνουν αυτές τις κούκλες. Η Εγκουέν φυσικά δεν είχε καταφέρει να τις ρωτήσει, αλλά το είχε σχολιάσει σε κάποια, σε μια κοκκινομάλλα Τομανέλε της σέπτας Σεράι που λεγόταν Μάιρα, κι εκείνη της είχε πει ότι ήταν για να της θυμίζει ότι δεν ήταν παιδί. Ο τόνος της έδειχνε καθαρά ότι δεν ήθελε να μιλήσει. Μια από τις Κόρες με τις κούκλες ήταν το πολύ δεκάξι χρονών, αλλά η Μάιρα είχε τουλάχιστον τα χρόνια της Αντελίν, αν όχι περισσότερα. Δεν έβγαζε νόημα και την μπέρδευε. Κάθε φορά που η Εγκουέν νόμιζε πως είχε καταλάβει τους τρόπους των Αελιτών, κάτι της έδειχνε το αντίθετο.

Άθελά της, το βλέμμα της γύρισε στο στόμα του περάσματος. Η σειρά των πασσάλων ήταν ακόμα εκεί, μόλις που φαινόταν, κι εκτεινόταν από τη μια απότομη βουνοπλαγιά ως την άλλη, με εξαίρεση μερικούς που είχαν γκρεμίσει οι Αελίτες. Ο Κουλάντιν είχε αφήσει άλλο ένα μήνυμα, άνδρες και γυναίκες ανασκολοπισμένους στο δρόμο τους, που στέκονταν εκεί νεκροί επτά μέρες τώρα. Τα ψηλά γκρίζα τείχη του Σέλεαν ρίζωναν στους λόφους στα δεξιά του περάσματος και τίποτα δεν φαινόταν από πάνω τους. Η Μουαραίν είπε ότι ήταν μόνο σκιά της αλλοτινής του δόξας, όμως δεν έπαυε να είναι εντυπωσιακή πόλη, πολύ μεγαλύτερη από το Τάιεν· όμως τίποτα δεν είχε απομείνει. Ούτε και επιζώντες —εκτός απ’ όσους είχαν πάρει μαζί τους οι Σάιντο― παρ’ όλο που εδώ σίγουρα κάποιοι θα είχαν τρέξει να κρυφτούν σε μέρη που θεωρούσαν ασφαλή. Υπήρχαν αγροκτήματα σ’ εκείνους τους λόφους· το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Καιρχίν είχε εγκαταλειφθεί μετά τον Πόλεμο των Αελιτών, όμως οι πόλεις χρειάζονταν αγροκτήματα για τα τρόφιμά τους. Τώρα, οι γεμάτες καπνιά καμινάδες ξεπρόβαλλαν από τους καμένους πέτρινους τοίχους των αγροτόσπιτων· εδώ έμεναν μερικά καρβουνιασμένα πάτερα πάνω από έναν πέτρινο αχυρώνα, εκεί ο αχυρώνας και το αγροτόσπιτο είχαν καταρρεύσει από τη θερμότητα. Ο λόφος, στον οποίο είχε ακουμπήσει το βράδυ τη σέλα της Μιστ, ήταν κάποτε λιβάδι για να βόσκουν πρόβατα· κοντά στο φράχτη, στα ριζά του λόφου, οι μύγες ακόμα βούιζαν πάνω από τα σφαγιασμένα ζώα. Ούτε ένα ζώο δεν απέμενε στα βοσκοτόπια, έστω μια κότα να σκαλίζει την αυλή. Από τα σπαρτά είχαν μείνει μόνο αποκαΐδια.