Η Εγκουέν πήρε μια ανάσα. Καθένας απ’ αυτούς τους άνδρες ήταν αρκετά μεγάλος για να είναι πατέρας του Ραντ και ακόμα περισσότερο, ήταν ηγέτες του λαού τους σαν βασιλιάδες κι ας το διέψευδαν, αρχηγοί σφυρηλατημένοι στη μάχη. Έμοιαζε να είναι μόλις χθες που ο Ραντ ήταν μικρό αγοράκι, κι όχι μόνο στην ηλικία, νεαρός που ρωτούσε κι έλπιζε αντί να προστάζει περιμένοντας ότι θα τον υπακούσουν. Άλλαζε τόσο γρήγορα, που τώρα η Εγκουέν δεν τον πρόφταινε. Αυτό ήταν καλό, αν εμπόδιζε τούτους τους ανθρώπους να κάνουν στις άλλες πόλεις ό,τι είχε κάνει ο Κουλάντιν στο Τάιεν και στο Σέλεαν. Αυτό είπε στον εαυτό της. Ευχόταν όμως να τα έκανε αυτά ο Ραντ χωρίς να δείχνει κάθε μέρα όλο και περισσότερη αλαζονεία. Αραγε, σε πόσο καιρό θα περίμενε και από την Εγκουέν να τον υπακούει, όπως έκανε η Μουαραίν; Ή μήπως όλες οι Άες Σεντάι; Ευχήθηκε να ήταν μονάχα αλαζονεία.
Θέλοντας να μιλήσει, έβγαλε το πόδι της από τον αναβολέα και άπλωσε το χέρι στην Αβιέντα, όμως η Αελίτισσα κούνησε το κεφάλι. Δεν της άρεσε καθόλου να ιππεύει. Κι ίσως να ένιωθε απροθυμία επειδή ήταν μαζεμένες δίπλα όλες εκείνες οι Σοφές. Κάποιες απ’ αυτές δεν θα ίππευαν άλογο ακόμα κι αν είχαν και τα δύο πόδια σπασμένα. Η Εγκουέν αναστέναξε και ξεπέζεψε, τραβώντας τη Μιστ από τα χαλινάρια και ισιώνοντας κάπως δύσθυμα τις φούστες της. Οι μαλακές Αελίτικες μπότες, που της έφταναν ως το γόνατο, φαίνονταν και ήταν μαλακές, αλλά δεν ήταν κατάλληλες για να περπατήσει πολύ σ’ αυτό το σκληρό και ανώμαλο πλακόστρωτο.
«Στ’ αλήθεια προστάζει και υπακούουν», είπε.
Η Αβιέντα μόλις που τράβηξε το βλέμμα από την πλάτη του Ραντ. «Δεν τον καταλαβαίνω. Δεν μπορώ να τον καταλάβω. Κοίτα τι κρατά».
Εννοούσε, φυσικά, το σπαθί. Ο Ραντ δεν το κρατούσε ακριβώς· κρεμόταν από το μπροστάρι της σέλας του, μέσα σε απλό θηκάρι από καφέ δέρμα αγριόχοιρου, ενώ η μακριά λαβή του, ντυμένη στο ίδιο δέρμα, έφτανε ψηλά όσο η μέση του. Είχε αναθέσει σ’ έναν άνθρωπο από το Τάιεν να φτιάξει τη λαβή και το θηκάρι, καθώς ταξίδευαν στο Πέρασμα. Η Εγκουέν αναρωτήθηκε γιατί το είχε κάνει αυτό, τη στιγμή που μπορούσε διαβιβάζοντας να φτιάξει ένα σπαθί από φωτιά, κι επίσης να κάνει άλλα πράγματα, που μπροστά τους τα σπαθιά ήταν παιχνιδάκια. «Εσύ του το χάρισες, Αβιέντα».
Η φίλη της κατσούφιασε. «Θέλει να πάρω το θηκάρι. Το χρησιμοποίησε· είναι δικό του. Το χρησιμοποίησε μπροστά στα μάτια μου, σαν να ήθελε να με περιγελάσει μ’ ένα σπαθί στο χέρι του».
«Δεν είσαι θυμωμένη για το σπαθί». Ήταν αρκετά σίγουρη γι’ αυτό· η Αβιέντα δεν είχε πει λέξη εκείνη τη νύχτα στη σκηνή του Ραντ. «Είσαι ακόμα ταραγμένη για τον τρόπο που σου μίλησε, και το καταλαβαίνω. Ξέρω ότι λυπάται. Μερικές φορές μιλά χωρίς να το σκεφτεί, αλλά, αν τον άφηνες να ζητήσει συγγνώμη―»
«Δεν θέλω τη συγγνώμη του», μουρμούρισε η Αβιέντα. «Δεν θέλω... Δεν το αντέχω πια. Δεν μπορώ πια να κοιμάμαι στη σκηνή του». Ξαφνικά, έπιασε την Εγκουέν από το μπράτσο και, αν η Εγκουέν δεν ήξερε, θα έλεγε ότι η Αβιέντα ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Πρέπει να τους μιλήσεις εκ μέρους μου. Στην Άμυς και τη Μπάιρ και τη Μελαίν. Θα σε ακούσουν. Είσαι Άες Σεντάι. Πρέπει να με αφήσουν να επιστρέψω στις σκηνές τους. Πρέπει!»
«Ποιος πρέπει να κάνει τι;» είπε η Σορίλεα, ξεκόβοντας από τις άλλες για να περπατήσει πλάι τους. Η Σοφή από το Φρούριο Σέντε είχε αραιά λευκά μαλλιά και πρόσωπο σαν πετσί τεντωμένο στο κρανίο της. Και καθάρια πράσινα μάτια που μπορούσαν με την ένταση του βλέμματός τους να ρίξουν κάτω άλογο στα δέκα βήματα. Συνήθως έτσι τους κοίταζε όλους. Όταν ήταν θυμωμένη η Σορίλεα, οι άλλες Σοφές κάθονταν φρόνιμα και οι αρχηγοί φατρίας έβρισκαν προφάσεις για να φύγουν.
Η Μελαίν και άλλη μια Σοφή, μια γκριζομάλλα από το Μπλακ Γουώτερ Νακάι, έκαναν να τις ζυγώσουν, μέχρι που η Σορίλεα έστρεψε πάνω τους εκείνο το βλέμμα. «Αν δεν σκεφτόσουν μονάχα τον καινούριο σύζυγο σου, Μελαίν, θα καταλάβαινες ότι η Άμυς θέλει να σου μιλήσει. Το ίδιο κι εσύ, Ήριν». Η Μελαίν έγινε κατακόκκινη και έφυγε τρέχοντας να γυρίσει στις άλλες, όμως η πιο ηλικιωμένη την πρόφτασε και την προσπέρασε, Η Σορίλεα τις παρακολούθησε να φεύγουν, και μετά έστρεψε όλη της την προσοχή στην Αβιέντα. «Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε ήσυχα. Δεν θέλεις λοιπόν να κάνεις κάτι. Φυσικά, είναι κάτι που σου είπαν να κάνεις. Και νομίζεις ότι αυτό το παιδάκι, η Άες Σεντάι, μπορεί να σε γλιτώσει».