«Σορίλεα, δεν―» Η Αβιέντα δεν πρόλαβε να πει τίποτα άλλο.
«Στον καιρό το δικό μου, οι κοπέλες πηδούσαν όταν μια Σοφή έλεγε να πηδήξουν, και σταματούσαν μόνο όταν έλεγε να σταματήσουν. Και, καθώς είμαι ακόμα ζωντανή, είναι ακόμα ο καιρός μου. Να γίνω πιο σαφής;»
Η Αβιέντα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Όχι, Σορίλεα», είπε ταπεινά.
Το βλέμμα της ηλικιωμένης γύρισε στην Εγκουέν. «Κι εσύ; Νομίζεις ότι θα τη γλιτώσεις με τα παρακάλια;»
«Όχι, Σορίλεα». Η Εγκουέν ένιωσε ότι έπρεπε να κλίνει το γόνυ.
«Ωραία», έκανε η Σορίλεα, χωρίς να δείχνει ικανοποιημένη, απλώς σαν να ήταν αυτό που περίμενε. Σχεδόν σίγουρα έτσι ήταν. «Τώρα μπορώ να σου μιλήσω γι’ αυτό που στ’ αλήθεια θέλω να μάθω. Άκουσα ότι ο Καρ’α’κάρν σου έκανε ένα ενδιαφέρον δώρο που δεν έχει ξανακουστεί, ρουμπίνια και φεγγαρόσταλες».
Η Αβιέντα τινάχτηκε σαν να είχε σκαρφαλώσει ποντίκι στο πόδι της. Ή μάλλον δεν έκανε κάτι τέτοιο, αλλά ήταν κάτι που θα είχε κάνει η Εγκουέν, αν ήταν στη θέση της. Η Αελίτισσα εξήγησε για το σπαθί του Λάμαν και το θηκάρι, τόσο βιαστικά, ώστε τα λόγια της μπερδεύονταν μεταξύ τους.
Η Σορίλεα έσιαξε το επώμιό της, μουρμουρίζοντας κάτι για κοπέλες που άγγιζαν σπαθιά, έστω κι αν ήταν κουκουλωμένα με κουβέρτες, και ότι είχε να πει μερικά λογάκια με τη «νεαρή Μπάιρ». «Αρα δεν σου τράβηξε το βλέμμα. Κρίμα. Έτσι θα δενόταν με μας· τώρα πολλούς τους βλέπει για κτήμα του». Για μια στιγμή, κοίταξε την Αβιέντα από πάνω ως κάτω. «Θα βάλω τον Φέραν να σε δει. Ο παππούς του είναι ανιψιός μου. Έχεις κι άλλα καθήκοντα προς το λαό, όχι μόνο να γίνεις Σοφή. Οι γοφοί σου είναι φτιαγμένοι για μωρά».
Η Αβιέντα παραπάτησε σε μια ανασηκωμένη πλάκα και μόλις που κατάφερε να μην πέσει. «Θα... θα τον σκεφτώ, όταν υπάρχει χρόνος», είπε ξέπνοα. «Έχω πολλά να μάθω ακόμα για να γίνω Σοφή, και ο Φέραν είναι Σέια Ντουν, και τα Μαύρα Μάτια ορκίστηκαν να μην κοιμηθούν κάτω από στέγη ή σκηνή μέχρι να πεθάνει ο Κουλάντιν». Ο Κουλάντιν ήταν Σέια Ντουν.
Η Σοφή με το σκληρό πρόσωπο ένευσε, λες και είχαν τακτοποιηθεί όλα. «Εσύ, νεαρή Άες Σεντάι. Λένε πως ξέρεις καλά τον Καρ’α’κάρν. Θα κάνει αυτό που απείλησε να κάνει; Θα κρεμούσε ακόμα κι έναν αρχηγό φατρίας;»
«Νομίζω... ότι μάλλον... θα το κάνει». Πιο γοργά, η Εγκουέν πρόσθεσε, «Αλλά είμαι σίγουρη ότι μπορεί να ακούσει τη φωνή της λογικής». Δεν ήταν σίγουρη γι’ αυτό, ούτε για το ότι ήταν θέμα λογικής —αυτά που είχε πει ο Ραντ της φαίνονταν δίκαια― αλλά η δικαιοσύνη δεν θα τον βοηθούσε, αν, εκτός από το Σάιντο, στρέφονταν εναντίον του και οι υπόλοιποι.
Η Σορίλεα την κοίταξε έκπληκτη και μετά γύρισε το βλέμμα της πέρα από το άλογο του Ραντ στους αρχηγούς φατρίας με τρόπο που κανονικά θα έπρεπε να είχαν σωριαστεί κάτω. «Με παρεξήγησες. Πρέπει να δείξει σ’ αυτή τη σαραβαλιασμένη αγέλη ποιος είναι ο αρχηγός λύκος. Ο αρχηγός πρέπει να είναι πιο σκληρός από τους άνδρες του, νεαρή Άες Σεντάι, και ο Καρ’α’κάρν πιο σκληρός από τους αρχηγούς. Κάθε μέρα η μελαγχολία πιάνει μερικούς ακόμα άνδρες, ακόμα και Κόρες, όμως αυτοί είναι ο μαλακός φλοιός του σιδερόξυλου. Αυτό που μένει είναι ο σκληρός εσωτερικός πυρήνας, και πρέπει να είναι σκληρός για να τους οδηγήσει». Η Εγκουέν πρόσεξε ότι δεν είχε συμπεριλάβει τον εαυτό της ή τις άλλες Σοφές σ’ αυτούς που θα οδηγούσε ο Ραντ. Μουρμουρίζοντας στον εαυτό της περί «σαραβαλιασμένης αγέλης», η Σορίλεα προχώρησε, και σε λίγο την άκουγαν όλες οι Σοφές, καθώς βάδιζαν. Ό,τι κι αν τους έλεγε, δεν έφτανε ν’ ακουστεί από την Εγκουέν.
«Ποιος είναι αυτός ο Φέραν;» ρώτησε την Αβιέντα. «Δεν σ’ άκουσα ποτέ να μιλάς γι’ αυτόν. Πώς είναι;»
Η άλλη, κοιτώντας συνοφρυωμένη την πλάτη της Σορίλεα, η οποία μισοκρυβόταν από τις γυναίκες που είχαν μαζευτεί γύρω της, μίλησε αφηρημένα. «Μοιάζει πολύ με τον Ρούαρκ, αλλά είναι νεότερος, ψηλότερος και πιο ωραίος, με πιο κόκκινα μαλλιά. Ένα χρόνο τώρα προσπαθεί να τραβήξει το ενδιαφέρον της Ενάιλα, αλλά νομίζω ότι αυτή είναι πιθανότερο να τον μάθει να τραγουδά παρά να εγκαταλείψει το δόρυ».
«Δεν καταλαβαίνω. Σκοπεύεις να τον μοιραστείς με την Ενάιλα;» Ακόμα ένιωθε παράξενα όταν μιλούσε τόσο ανέμελα γι’ αυτό.
Η Αβιέντα παραπάτησε ξανά και την κάρφωσε με το βλέμμα. «Να τον μοιραστώ; Δεν το θέλω καθόλου. Το πρόσωπό του είναι ωραίο, αλλά γελά σαν μουλάρι που γκαρίζει και σκαλίζει τα αυτιά του».
«Αλλά έτσι όπως μίλησες στη Σορίλεα, μου φάνηκε ότι... τον συμπαθείς. Γιατί δεν της είπες αυτό που μου λες τώρα;»
Το σιγανό γέλιο της άλλης γυναίκας είχε μια χροιά οδύνης. «Εγκουέν, αν η Σορίλεα νόμιζε ότι πάω να ξεφύγω απ’ αυτό, θα έπλεκε με τα ίδια της τα χέρια το γαμήλιο στεφάνι και θα έσερνε από το λαιμό τον Φέραν κι εμένα για να παντρευτούμε. Είδες κανέναν να λέει “όχι” στη Σορίλεα; Θα μπορούσες να το πεις εσύ;»