Выбрать главу

Η Εγκουέν άνοιξε το στόμα για να πει ότι και βέβαια θα μπορούσε, κι αμέσως το ξανάκλεισε. Άλλο ήταν που είχε αναγκάσει τη Νυνάβε να κάνει πίσω, και άλλο θα ήταν, αν δοκίμαζε το ίδιο με τη Σορίλεα. Θα ήταν σαν να στεκόταν μπροστά σε μια κατολίσθηση λέγοντάς της να σταματήσει.

Για να αλλάξει θέμα, είπε, «Θα μιλήσω για σένα στην Άμυς και τις άλλες». Όχι ότι θα έβγαινε τίποτα τώρα πια. Η κατάλληλη στιγμή θα ήταν προτού αρχίσει αυτό. Τουλάχιστον, η Αβιέντα καταλάβαινε επιτέλους ότι η κατάσταση ήταν ανάρμοστη. Ίσως... «Αν πάμε να τις βρούμε μαζί, σίγουρα θα μας ακούσουν».

«Όχι, Εγκουέν. Πρέπει να υπακούω στις Σοφές. Το απαιτεί το τζι’ε’τόχ». Λες και δεν ζητούσε παρέμβαση πριν από μια στιγμή. Λες και δεν είχε φτάσει σχεδόν στο σημείο να ικετεύσει τις Σοφές να μην τη βάζουν να κοιμάται στη σκηνή του Ραντ. «Γιατί όμως δεν είναι ποτέ το καθήκον απέναντι στο λαό μου αυτό που επιθυμώ; Γιατί, άραγε, προτιμώ να πεθάνω παρά να κάνω αυτό που κάνω;»

«Αβιέντα, κανένας δεν θα σε αναγκάσει να παντρευτείς ή να κάνεις παιδιά. Ούτε ακόμα και η Σορίλεα». Η Εγκουέν ευχήθηκε να μην ήταν τόσο ασθενική η φωνή της λέγοντας την τελευταία φράση.

«Δεν καταλαβαίνεις», είπε μαλακά η άλλη, «και δεν μπορώ να σου το εξηγήσω». Τυλίχτηκε στο επώμιό της και αρνήθηκε να μιλήσει άλλο. Ήταν πρόθυμη να συζητήσει για τα μαθήματά της, για το αν ο Κουλάντιν θα επέστρεφε για να δώσει μάχη, για το πώς είχε επηρεάσει ο γάμος τη Μελαίν —που τώρα τελευταία το γκρινιάρικο ύφος της φαινόταν βεβιασμένο― και για οτιδήποτε άλλο εκτός από εκείνο που δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να εξηγήσει.

24

Το Μήνυμα που Στάλθηκε

Ο τόπος άλλαζε, καθώς ο ήλιος έγερνε. Οι λόφοι κόνταιναν, τα σύδενδρα πλάταιναν. Συχνά, οι πεσμένοι πέτρινοι μαντρότοιχοι, που κάποτε όριζαν χωράφια, τώρα γίνονταν γήλοφοι σκεπασμένοι από βάτες ή προχωρούσαν μέσα σε μακριές συστάδες από βελανιδιές και χαμαιδάφνες και λευκές καρυδιές, πεύκα και πέιπερμπαρκ και δένδρα άγνωστα στην Εγκουέν. Τα λιγοστά αγροτόσπιτα δεν είχαν στέγες και μέσα τους φύτρωναν δένδρα ύψους δέκα ή δεκαπέντε βημάτων, σαν μικρά δάση κυκλωμένα από πέτρινους τοίχους, που είχαν ακόμα και πουλιά που τιτίβιζαν και σκίουρους με μαύρες ουρές. Τα περιστασιακά ποταμάκια προκαλούσαν τα σχόλια των Αελιτών, όπως συνέβαινε επίσης με τα δασύλλια και το γρασίδι. Είχαν ακούσει ιστορίες για τις υδατοχώρες, είχαν διαβάσει γι’ αυτές σε βιβλία που είχαν αγοράσει από εμπόρους και πραματευτές σαν τον Χάντναν Καντίρ, ελάχιστοι όμως τις είχαν δει μετά το κυνήγι του Λάμαν. Όμως δεν άργησαν να προσαρμοστούν· το γκριζοκαφέ χρώμα των σκηνών ταίριαζε καλά με τα πεσμένα φύλλα κάτω από τα δένδρα και το ξεραμένο γρασίδι και τα αγριόχορτα. Το στρατόπεδό τους απλωνόταν σε έκταση μιλίων, όπου ξεχώριζαν οι χιλιάδες μικρές φωτιές που είχαν ανάψει για να μαγειρέψουν στο χρυσαφένιο σούρουπο.

Η Εγκουέν χάρηκε όταν επιτέλους μπήκε στη σκηνή που είχαν φτιάξει οι γκαϊ’σάιν. Μέσα, οι λάμπες ήταν αναμμένες και μια μικρή φωτιά έκαιγε στη σκαμμένη εστία. Έλυσε τις μαλακές μπότες της, τις έβγαλε, όπως επίσης και τις μάλλινες κάλτσες της, και απλώθηκε τα λαμπερά χρωματιστά χαλάκια, κουνώντας τα δάχτυλα των ποδιών της. Ευχήθηκε να είχε μια λεκανίτσα με νερό για να πλύνει τα πόδια της. Δεν μπορούσε να υποκριθεί ότι ήταν σκληραγωγημένη σαν τους Αελίτες, αλλά σίγουρα γινόταν μαλθακή, αν δεν μπορούσε να περπατήσει λίγες ώρες χωρίς να φαντάζεται τα πόδια της διπλά από το πρήξιμο. Φυσικά, το νερό εδώ δεν ήταν πρόβλημα. Κανονικά, δεν θα έπρεπε να είναι πρόβλημα, μιας και θυμόταν εκείνο το ζαρωμένο ποταμάκι, και ίσως μπορούσε να ξανακάνει σωστό μπάνιο.

Η Κογουίντε, ταπεινή και βουβή με τις λευκές ρόμπες της, της έφερε δείπνο, λίγο από κείνο το ανοιχτόχρωμο άζυμο ψωμί, που το έφτιαχναν από αλεύρι ζεμάι, και, σε μια ριγέ γαβάθα, μια πηχτή σούπα, που την έφαγε μηχανικά, αν κι ένιωθε περισσότερο κούραση παρά πείνα. Ήξερε τις ξεραμένες πιπεριές και τα φασόλια, αλλά δεν ρώτησε τι ήταν το σκούρο κρέας. Κουνέλι, σκέφτηκε αταλάντευτα κι ευχήθηκε να ήταν. Οι Αελίτες έτρωγαν πράγματα που την έκαναν να αηδιάσει. Έβαζε στοίχημα ότι ο Ραντ δεν τολμούσε ούτε να δει αυτό που έτρωγε. Οι άνδρες ήταν πάντα ιδιότροποι με το φαγητό τους.

Όταν απόφαγε, τεντώθηκε κοντά σε μια περίτεχνα στολισμένη λάμπα, που είχε ένα γυαλισμένο ασημένιο δίσκο για να καθρεφτίζει και να πολλαπλασιάζει το φως της. Είχε νιώσει κάποιες τύψεις συνειδητοποιώντας ότι οι περισσότεροι Αελίτες δεν είχαν άλλο φως τις νύχτες εκτός από τις φωτιές που άναβαν· ελάχιστοι είχαν φέρει λάμπες ή λάδι, εκτός από τις Σοφές και τους αρχηγούς των φατριών και των σεπτών. Αλλά δεν είχε νόημα να κάθεται στο μουντό φωτισμό της φωτιάς της τη στιγμή που θα μπορούσε να έχει σωστό φως. Αυτό της θύμισε κάτι: οι νύχτες εδώ δεν θα ήταν τόσο δραματικά διαφορετικές από τις μέρες όπως στην Ερημιά· ήδη η σκηνή ήταν ενοχλητικά ζεστή.