Διαβίβασε για μια στιγμή ροές του Αέρα για να σβήσει τη φωτιά, κι έψαξε στα σακίδια της σέλας της για να βρει το φθαρμένο δερματόδετο βιβλίο που είχε δανειστεί από την Αβιέντα. Ήταν ένας μικρός, χοντρός τόμος με στριμωγμένες αράδες μικρών γραμμάτων, που δύσκολα τον διάβαζες παρά μόνο σε δυνατό φως, αλλά εύκολα τον κουβαλούσες. Λεγόταν Η Φλόγα, η Λεπίδα και η Καρδιά, μια συλλογή ιστοριών για την Μπιργκίτε και τον Γκάινταλ Κέιν, τον Άνσελαν και την Μπαρασίλ, τον Ρογκός τον Αετομάτη και τη Ντουνσίνιν, και άλλους δέκα. Η Αβιέντα ισχυριζόταν ότι της άρεσε για τις περιπέτειες και τις μάχες, και ίσως να ήταν έτσι, όμως όλες οι ιστορίες μιλούσαν επίσης για την αγάπη ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Η Εγκουέν ήταν πρόθυμη να παραδεχθεί ότι αυτό ακριβώς της άρεσε, τα μερικές φορές θυελλώδη και μερικές φορές τρυφερά αποσπάσματα για την άσβηστη αγάπη. Πρόθυμη να το παραδεχθεί στον εαυτό της, για την ακρίβεια. Δεν ήταν ο τρόπος ψυχαγωγίας που θα ομολογούσε δημοσίως μια γυναίκα θέλοντας να προφασίζεται σύνεση.
Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήθελε να διαβάσει, όπως δεν ήθελε ούτε να φάει προηγουμένως —το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει μπάνιο και να κοιμηθεί, και μάλιστα θα ήταν διατεθειμένη να ξεχάσει και το μπάνιο― όμως απόψε με την Άμυς θα συναντούσαν τη Νυνάβε στον Τελ’αράν’ριοντ. Ακόμα δεν είχε νυχτώσει στο μέρος που ήταν η Νυνάβε, όπου κι αν είχε βρεθεί στο ταξίδι της προς την Γκεάλνταν, κι αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να μείνει ξύπνια.
Η Ηλαίην είχε παραστήσει συναρπαστικό το θηριοτροφείο στην τελευταία συνάντησή τους, αν και η Εγκουέν δεν πίστευε ότι η παρουσία του Γκάλαντ ήταν λόγος να το σκάσουν με τέτοιο τρόπο. Κατά τη γνώμη της, η Νυνάβε και η Ηλαίην απλώς είχαν μάθει να αγαπούν την περιπέτεια. Κρίμα μόνο για τη Σιουάν· χρειάζονταν ένα στιβαρό χέρι για να τις σοβαρέψει. Ήταν παράξενο που έκανε τέτοια σκέψη για τη Νυνάβε· η Νυνάβε ήταν ανέκαθεν εκείνη που είχε το στιβαρό χέρι. Αλλά από το επεισόδιο εκείνο στον Τελ’αράν’ριοντ, η Νυνάβε ήταν ολοένα και λιγότερο μια μορφή με την οποία έπρεπε να τα βάζει η Εγκουέν.
Συνειδητοποίησε με μια αίσθηση ενοχής, καθώς γυρνούσε τη σελίδα, ότι ανυπομονούσε να δει απόψε τη Νυνάβε. Όχι επειδή η Νυνάβε ήταν μια φίλη, αλλά επειδή ήθελε να δει αν είχε κρατήσει η επίδραση. Αν η Νυνάβε τραβούσε την πλεξούδα της, θα την κοιτούσε σηκώνοντας παγερά το φρύδι, και... Φως μου, ελπίζω να κράτησε. Αν πει για κείνο το ταξιδάκι, η Άμυς και η Μπάιρ θα τσακωθούν ποια θα με πρωτογδάρει ζωντανή, αν δεν μου πουν να το κάνω μόνη μου.
Τα μάτια της προσπαθούσαν να κλείσουν, καθώς διάβαζε, βλέποντας σχεδόν σαν σε θολό όνειρο τις ιστορίες του βιβλίου. Μπορούσε να γίνει δυνατή σαν όλες αυτές τις γυναίκες, δυνατή και γενναία σαν την Ντουνσίνιν ή τη Νεράιν ή τη Μελισίντε ή ακόμα και την Μπιργκίτε, δυνατή σαν την Αβιέντα. Άραγε, θα είχε την εξυπνάδα η Νυνάβε να κρατήσει το στόμα της κλειστό μπροστά στην Άμυς απόψε; Σκέφτηκε αόριστα ότι θα έπιανε τη Νυνάβε από το αυτί και θα την ταρακουνούσε, Τι ανοησία. Η Νυνάβε ήταν χρόνια μεγαλύτερη της. Θα την κοίταζε με σηκωμένο φρύδι. Η Ντουνσίνιν. Η Μπιργκίτε. Σκληραγωγημένη και δυνατή σαν μια Κόρη του Δόρατος.
Το κεφάλι της έγειρε στη σελίδα και προσπάθησε να βάλει το βιβλιαράκι κάτω από το μάγουλό της, καθώς η ανάσα της γινόταν πιο αργή και πιο ρηχή.
Ξαφνιάστηκε όταν βρέθηκε ανάμεσα στις μεγάλες κολόνες από κοκκινόπετρα στην Καρδιά του Δακρύου, στο παράξενο φως του Τελ’αράν’ριοντ, και ξαναξαφνιάστηκε όταν συνειδητοποίησε ότι φορούσε το καντιν’σόρ. Η Άμυς δεν θα χαιρόταν, αν την έβλεπε να το φορά· δεν θα της άρεσε καθόλου. Το άλλαξε βιαστικά κι ένιωσε έκπληξη όταν η εμφάνισή της άρχισε να ταλαντεύεται ανάμεσα σε μια μπλούζα από αλγκόντ και μια χοντρή μάλλινη φούστα από τη μια, και σε μια φίνα εσθήτα από μπροκάρ γαλάζιο μετάξι, προτού τελικά κατασταλάξει στην Αελίτικη ενδυμασία, που τη συμπλήρωνε το φιλντισένιο βραχιόλι της με τις φλόγες και το περιδέραιό της από χρυσάφι και φίλντισι. Καιρό είχε να νιώσει τόση αναποφασιστικότητα.
Για μια στιγμή, σκέφτηκε να βγει έξω από τον Κόσμο των Ονείρων, αλλά υποψιάστηκε πως ήταν βαθιά κοιμισμένη στη σκηνή της. Αν το έκανε, πιθανότατα απλώς θα έμπαινε σε ένα δικό της όνειρο και ακόμα δεν είχε πάντα επίγνωση του εαυτού της στα όνειρά της· δίχως αυτήν, δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στον Τελ’αράν’ριοντ. Δεν ήθελε να αφήσει μόνες την Άμυς και τη Νυνάβε. Ποιος άραγε ήξερε τι θα έλεγε η Νυνάβε, αν την τσάτιζε η Άμυς; Όταν έφτανε η Σοφή, θα της έλεγε απλώς ότι και η ίδια μόλις είχε φτάσει. Οι Σοφές ως τώρα πάντα έφταναν λιγάκι πιο νωρίς από την ίδια ή ταυτοχρόνως, αλλά, αν η Άμυς δεχόταν ότι η Εγκουέν είχε φτάσει μόλις πριν από ένα δευτερόλεπτο, δεν θα γινόταν και τίποτα.