Είχε σχεδόν συνηθίσει την αίσθηση αθέατων ματιών στον πελώριο θάλαμο. Δεν είναι παρά μόνο οι κολόνες, οι σκιές και όλος αυτός ο άδειος χώρος. Έλπιζε, πάντως, να μην αργούσαν πολύ η Άμυς και η Νυνάβε. Θα αργούσαν όμως. Ο χρόνος ήταν παράξενος στον Τελ’αράν’ριοντ, όπως και σε κάθε όνειρο, όμως σίγουρα χρειαζόταν άλλη μια ώρα μέχρι τη συμφωνημένη συνάντηση τους. Ίσως είχε χρόνο να...
Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι άκουγε φωνές, σαν αμυδρούς ψιθύρους ανάμεσα στις κολόνες. Αγκάλιασε το σαϊντάρ και πλησίασε επιφυλακτικά τον ήχο, στο μέρος όπου ο Ραντ είχε αφήσει το Καλαντόρ κάτω από το μεγάλο θόλο. Οι Σοφές ισχυρίζονταν ότι εδώ ο έλεγχος του Τελ’αράν’ριοντ ήταν εξίσου ισχυρός με τη Μία Δύναμη, όμως η Εγκουέν ήξερε καλύτερα τις ικανότητές της με τη Δύναμη και τις εμπιστευόταν περισσότερο. Καλά κρυμμένη ανάμεσα στις χοντρές κολόνες από κοκκινόπετρα, στάθηκε και κοίταξε.
Δεν ήταν δύο Μαύρες αδελφές, όπως φοβόταν, ούτε και η Νυνάβε. Αντιθέτως, επρόκειτο για την Ηλαίην, που στεκόταν κοντά στη γυαλιστερή λεπίδα του Καλαντόρ, το οποίο υψωνόταν από το πάτωμα, και ήταν απορροφημένη σε μια ήρεμη συζήτηση με μια γυναίκα από τις πλέον παράξενα ντυμένες που είχε δει ποτέ της η Εγκουέν. Φορούσε κοντό λευκό σακάκι ενός αλλόκοτου στυλ, φαρδύ κίτρινο παντελόνι μαζεμένο όλο πτυχές στους αστραγάλους και κοντές μπότες με ψηλά τακούνια. Μια περίπλοκη πλεξούδα από χρυσαφένια μαλλιά κρεμόταν στην πλάτη της και κρατούσε τόξο, το οποίο έλαμπε σαν γυαλισμένο ασήμι. Τα βέλη στη φαρέτρα της έλαμπαν κι αυτά.
Η Εγκουέν σφιχτόκλεισε τα μάτια. Πρώτα ήταν η δυσκολία με το φόρεμά της και τώρα τούτο εδώ. Επειδή διάβαζε για την Μπιργκίτε —το χρυσό τόξο μαρτυρούσε πέρα από κάθε αμφιβολία το όνομά της — δεν υπήρχε λόγος να φανταστεί ότι την έβλεπε. Η Μπιργκίτε περίμενε —κάπου― να την καλέσει μαζί με τους άλλους ήρωες το Κέρας του Βαλίρ για την Τελευταία Μάχη. Όταν όμως η Εγκουέν ξανάνοιξε τα μάτια, η Ηλαίην και η αλλόκοτα ντυμένη γυναίκα βρίσκονταν ακόμα εκεί. Δεν άκουγε καλά τι έλεγαν, αλλά αυτή τη φορά πίστεψε τα μάτια της. Ήταν έτοιμη να πάει και να φανερωθεί, όταν μίλησε μια φωνή πίσω της.
«Αποφάσισες να έρθεις νωρίς; Μονάχη σου;»
Η Εγκουέν στροβιλίστηκε και αντίκρισε την Άμυς, που το ηλιοψημένο πρόσωπό της παραήταν νεανικό για εκείνα τα άσπρα μαλλιά, και την Μπάιρ με τα τραχιά μάγουλα. Στέκονταν κι οι δυο με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από το στήθος· ακόμα και ο τρόπος που είχαν τυλιχτεί στα επώμιά τους έδειχνε δυσαρέσκεια.
«Με πήρε ο ύπνος», είπε η Εγκουέν. Ήταν πολύ νωρίς και το ψέμα που είχε σκαρώσει δεν θα έπιανε. Κι ενώ εξηγούοε βιαστικά ότι είχε αποκοιμηθεί και το λόγο που δεν είχε ξαναγυρίσει —αποφεύγοντας να μνημονεύσει ότι δεν ήθελε να μιλήσουν μόνες τους η Νυνάβε και η Άμυς― ξαφνιάστηκε, νιώθοντας μια χροιά ντροπής, επειδή σκόπευε να πει ψέματα, και ανακούφιση, επειδή δεν τα είχε πει. Όχι ότι κατ’ ανάγκην θα την έσωζε η αλήθεια. Η Άμυς δεν ήταν αυστηρή σαν την Μπάιρ —όχι τόσο αυστηρή― αλλά ήταν ικανή να τη βάλει να στοιβάζει πέτρες όλη τη νύχτα. Πολλές Σοφές πίστευαν με ενθουσιασμό ότι η καλύτερη τιμωρία ήταν ο άκαρπος μόχθος· δεν μπορούσες να πείσεις τον εαυτό σου ότι μπορούσε να είναι κάτι άλλο εκτός από τιμωρία το να θάβεις στάχτες μ’ ένα κουτάλι. Κι όλα αυτά, αν δεν αρνούνταν να τη διδάξουν άλλο πια. Οι στάχτες θα ήταν προτιμότερες.
Δεν άντεξε και άφησε ένα στεναγμό ανακούφισης, όταν η Άμυς ένευσε και είπε, «Συμβαίνουν αυτά. Την άλλη φορά όμως, ξαναγυρνα και ονειρέψου τα δικά σου όνειρα· θα άκουγα τι είχε να πει η Νυνάβε και θα της έλεγα τι ξέρουμε. Αν η Μελαίν δεν ήταν απόψε με τον Μπάελ και την Ντορίντα, θα ήταν κι εκείνη εδώ. Φόβισες την Μπάιρ. Είναι περήφανη για την πρόοδό σου και, αν πάθαινες τίποτα...»
Η Μπάιρ δεν έδειχνε περήφανη. Αντιθέτως, πήρε ακόμα πιο σκυθρωπή έκφραση όταν η Άμυς κοντοστάθηκε. «Είσαι τυχερή που η Κογουίντε σε βρήκε όταν γύρισε για να μαζέψει τα πιάτα σου, και ανησύχησε που δεν μπορούσε να σε ξυπνήσει για να χωθείς στις κουβέρτες. Αν πίστευα ότι ήσουν εδώ πάνω από λίγα λεπτά μόνη σου...» Η άγρια ματιά για μια στιγμή οξύνθηκε κι έγινε δυσοίωνη υπόσχεση, κι ύστερα η φωνή της πήρε γκρινιάρικο τόνο. «Τώρα μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε όλες να φτάσει κι η Νυνάβε, γιατί, αν κάνουμε ότι σε στέλνουμε πίσω, θα πιάσεις τα παρακάλια. Ας γίνει έτσι, αφού πρέπει, αλλά θα αξιοποιήσουμε αυτό το χρόνο. Συγκέντρωσε το μυαλό σου στο―»
«Δεν είναι η Νυνάβε», είπε βιαστικά η Εγκουέν. Δεν ήθελε να δει τι είδους μάθημα θα ήταν, με την Μπάιρ να έχει τέτοια διάθεση. «Είναι η Ηλαίην και...» Η φωνή της έσβησε, καθώς έστριβε να δει. Η Ηλαίην ντυμένη με ένα κομψό, πράσινο, μεταξωτό φόρεμα, κατάλληλο για βασιλική αυλή, έκανε βόλτες λιγάκι μακρύτερα από το Καλαντόρ. Η Μπιργκίτε δεν φαινόταν πουθενά. Δεν τη φαντάστηκα.