Выбрать главу

«Είναι κιόλας εδώ;» είπε η Άμυς, κάνοντας πιο πέρα για να δει κι αυτή.

«Άλλη μια νεαρή ανόητη», μουρμούρισε η Μπάιρ. «Οι σημερινές κοπέλες δεν έχουν περισσότερο μυαλό ή πειθαρχία από τις κατσίκες». Προσπέρασε με μεγάλες δρασκελιές την Εγκουέν και την Άμυς και στάθηκε απέναντι από την Ηλαίην με το λαμπυριστό Καλαντόρ ανάμεσά τους, έχοντας τις γροθιές στους γοφούς. «Δεν είσαι μαθήτριά μου, Ηλαίην του Άντορ —παρ’ όλο που έχεις μάθει αρκετά από μας για να μην σκοτωθείς εδώ, αρκεί να δώσεις προσοχή― αλλά, αν ήσουν, θα σε έδερνα με το λουρί από την κορφή ως τα νύχια και θα σε έστελνα πίσω στη μητέρα σου μέχρι να ωριμάσεις και να μην χρειάζεσαι πια την επίβλεψή της. Κι αυτό νομίζω ότι θέλει άλλα τόσα χρόνια απ’ όσα έζησες ως τώρα. Ξέρω ότι έρχεσαι στον Κόσμο των Ονείρων μονάχη, όπως και η Νυνάβε. Είστε και οι δύο ανόητες που κάνετε τέτοιο πράγμα».

Η Ηλαίην ξαφνιάστηκε όταν πρωτοεμφανίστηκαν οι τρεις γυναίκες, όμως, καθώς η Μπάιρ της τα έψελνε, ίσιωσε το κορμί της και το πηγούνι της σηκώθηκε με κείνο τον παγερό τρόπο. Η εσθήτα της έγινε κόκκινη και πιο λαμπερή, και γέμισε κεντημένα στολίσματα στα μανίκια και το ψηλό μπούστο, ανάμεσά τους όρθια λιοντάρια με λευκούς και χρυσούς κρίνους, που ήταν το οικόσημό της. Ένα λεπτό χρυσό διάδημα έγερνε στους χρυσοκόκκινους βοστρύχους της, ένα όρθιο λιοντάρι από φεγγαρόσταλες πάνω από τα φρύδια της. Ακόμα δεν είχε καλό έλεγχο σε τέτοιες λεπτομέρειες. Από την άλλη μεριά, ίσως τώρα να φορούσε αυτό ακριβώς που ήθελε. «Σ’ ευχαριστώ που νοιάζεσαι», είπε αγέρωχα. «Όμως είναι αλήθεια ότι δεν είμαι μαθήτριά σου, Μπάιρ του Χάιντο Σάαραντ. Είμαι ευγνώμων για τη διδασκαλία σου, αλλά πρέπει να ακολουθήσω το δικό μου δρόμο, το έργο που μου ανέθεσε η Έδρα της Άμερλιν».

«Μια νεκρή», είπε ψυχρά η Μπάιρ. «Ισχυρίζεσαι πως οφείλεις υπακοή σε μια νεκρή». Η Εγκουέν σχεδόν ένιωθε τις τρίχες της Μπάιρ να σηκώνονται από το θυμό· αν δεν έκανε κάτι, τότε ίσως η Μπάιρ αποφάσιζε να δώσει ένα επώδυνο μάθημα στην Ηλαίην. Το τελευταίο που χρειάζονταν τώρα ήταν τέτοιοι τσακωμοί.

«Τι... γιατί ήρθες εσύ αντί για τη Νυνάβε;» Θα ρωτούσε την Ηλαίην τι γύρευε εκεί, αλλά αυτό θα έδινε αφορμή στην Μπάιρ, και θα ακουγόταν σαν να ήταν η Εγκουέν με το μέρος της Σοφής. Εκείνο που ήθελε να ρωτήσει ήταν πώς η Ηλαίην είχε βρεθεί εκεί να μιλά με την Μπιργκίτε. Δεν το είχε φανταστεί. Ίσως να ήταν κάποια που ονειρευόταν πως ήταν η Μπιργκίτε. Όμως μόνο όσοι έμπαιναν σκοπίμως στον Τελ’αράν’ριοντ έμεναν εκεί περισσότερο από λίγα λεπτά, και η Ηλαίην δεν θα μιλούσε με έναν απ’ αυτούς. Πού περίμεναν η Μπιργκίτε και οι άλλοι;

«Η Νυνάβε προσέχει το πονεμένο κεφάλι της». Το διάδημα εξαφανίστηκε και η εσθήτα της Ηλαίην έγινε πιο απλή, με λίγα μόνο χρυσά σπειροειδή ποικίλματα γύρω από το μπούστο.

«Είναι άρρωστη;» ρώτησε ανήσυχα η Εγκουέν.

«Μόνο πονοκέφαλο έχει και μια-δυο μελανιές». Η Ηλαίην χαχάνισε και έκανε ταυτοχρόνως ένα μορφασμό πόνου. «Αχ, Εγκουέν, και να το ’βλεπες δεν θα το πίστευες. Ήρθαν να δειπνησουν μαζί μας οι Τσαβάνα, και οι τέσσερίς τους. Η αλήθεια είναι ότι ήρθαν να φλερτάρουν τη Νυνάβε. Τις πρώτες μέρες δοκίμασαν να φλερτάρουν μαζί μου, αλλά ο Θομ τους έπιασε και τους μίλησε και αυτοί σταμάτησαν. Δεν είχε δικαίωμα να το κάνει. Όχι ότι ήθελα να με φλερτάρουν, μην νομίζεις. Τέλος πάντων, ήταν εκεί, φλερτάροντας με τη Νυνάβε —ή προσπαθούσαν, επειδή εκείνη δεν τους έδινε περισσότερη σημασία απ’ όση θα έδινε σε μύγες που βούιζαν― όταν ήρθε η Λατέλ και άρχισε να τη χτυπά μ’ ένα ραβδί, αποκαλώντας την με κάθε είδους αισχρά ονόματα».

«Έπαθε τίποτα;» Η Εγκουέν δεν ήξερε για ποια ακριβώς το εννοούσε. Αν την έπιανε τη Νυνάβε ο θυμός της,..

«Όχι αυτή. Οι Τσαβάνα προσπάθησαν να τη χωρίσουν από τη Λατέλ, και ο Τάερικ θα κουτσαίνει για πολλές μέρες, για να μην πω για το πρησμένο χείλος του Μπρου. Ο Πέτρα πήγε κουβαλητή τη Λατέλ στην άμαξά της και κάτι μου λέει ότι θα κάνει καιρό να ξεμυτίσει». Η Ηλαίην κούνησε το κεφάλι. «Ο Λούκα δεν ήξερε ποιον να κατηγορήσει —είχε έναν ακροβάτη κουτσό και την αρκτοδαμάστριά του να κλαίει στο κρεβάτι της― έτσι άρχισε να κατηγορεί τους πάντες και για μια στιγμή νόμισα ότι η Νυνάβε θα του έστριβε κι αυτού το αυτί. Πάλι καλά που δεν διαβίβασε· κάποιες στιγμές νόμιζα ότι ήταν έτοιμη, ώσπου έριξε κάτω στο χώμα τη Λατέλ».

Η Άμυς και η Μπάιρ αντάλλαξαν δυσερμήνευτες ματιές· δεν περίμεναν να φέρονται έτσι οι Άες Σεντάι.