Η Εγκουέν ένιωθε κι αυτή λιγάκι μπερδεμένη, αλλά κυρίως επειδή προσπαθούσε να βρει άκρη μ’ αυτούς τους ανθρώπους, για τους οποίους γνώριζε ελάχιστα. Ήταν κάποιοι παράξενοι άνθρωποι, που ταξίδευαν με λιοντάρια, σκυλιά και αρκούδες. Και μια Φωτοδότρια. Η Εγκουέν δεν πίστευε ότι αυτός ο Πέτρα ήταν τόσο δυνατός, όσο ισχυριζόταν η Ηλαίην. Από την άλλη όμως, ο Θομ έτρωγε φωτιές κι έκανε ταχυδακτυλουργικά, κι εκείνο που έκανε η Ηλαίην με τον Τζούιλιν φαινόταν εξίσου παράξενο, έστω κι αν χρησιμοποιούσε τη Δύναμη.
Αν η Νυνάβε ήταν έτοιμη να διαβιβάσει... Η Ηλαίην πρέπει να είχε δει τη λάμψη του σαϊντάρ. Είτε ήταν σοβαρός ο λόγος που κρύβονταν είτε όχι, δεν θα έμεναν κρυμμένες για πολύ, αν οι άλλοι τις έβλεπαν να διαβιβάζουν. Οι πληροφοριοδότες του Πύργου σίγουρα θα το μάθαιναν· αυτά τα νέα ταξίδευαν γοργά, ειδικά αν δεν είχαν φύγει ακόμα από την Αμαδισία.
«Πες στη Νυνάβε εκ μέρους μου να κρατά τα νεύρα της, αλλιώς έχω να της πω μερικά λογάκια που δεν θα της αρέσουν». Η Ηλαίην έδειξε έκπληκτη —η Νυνάβε σίγουρα δεν θα της είχε πει τι είχε συμβεί μεταξύ τους― και η Εγκουέν πρόσθεσε, «Αν διαβιβάσει, να είστε σίγουρες ότι η Ελάιντα θα το μάθει με το επόμενο περιστέρι που θα πετάξει ως την Ταρ Βάλον». Δεν μπορούσε να πει περισσότερα· κι αυτά που είπε, είχαν κάνει την Άμυς και την Μπάιρ να κοιταχτούν ξανά. Δεν είχαν πει ποτέ ποια ήταν πραγματικά η γνώμη τους για τον διχασμένο Πύργο και για μια Άμερλιν, η οποία ουσιαστικά είχε δώσει εντολή να πιάσουν και να ναρκώσουν άλλες Άες Σεντάι. Όταν ήθελαν, έκαναν τη Μουαραίν να μοιάζει με την κουτσομπόλα του χωριού σε σύγκριση μαζί τους. «Και μάλιστα, εύχομαι να σας είχα και τις δύο εδώ μόνες σας. Αν ήμασταν στον Πύργο, στα παλιά μας δωμάτια, θα σας έλεγα μερικά πράγματα».
Η Ηλαίην μούδιασε, παρ’ όλο που με την Μπάιρ είχε βασιλικό, ψύχραιμο αέρα. «Μπορείς να μου τα πεις όποτε επιθυμείς».
Την είχε καταλάβει; Μόνη· μακριά από τις Σοφές. Στον Πύργο. Η Εγκουέν μπορούσε μόνο να ελπίζει. Καλύτερα θα ήταν να αλλάξει θέμα και να ελπίσει ότι ο Σοφές δεν θα ξεψάχνιζαν τις λέξεις της τόσο προσεκτικά, όσο έλπιζε ότι θα το έκανε η Ηλαίην. «Θα προκαλέσει προβλήματα αυτός ο καυγάς με τη Λατέλ;» Τι την είχε πιάσει τη Νυνάβε; Στο χωριό, αν μια γυναίκα της ηλικίας της έκανε τέτοια πράγματα, θα την έσερνε ευθύς αμέσως μπροστά στον Κύκλο των Γυναικών. «Θα πρέπει πια να είστε κοντά στην Γκεάλνταν».
«Τρεις μέρες ακόμα, λέει ο Λούκα, αν είμαστε τυχεροί. Το θηριοτροφείο δεν προχωρά γρήγορα».
«Ίσως θα έπρεπε να τους αφήσετε πια».
«Ίσως», είπε αργά η Ηλαίην. «Στ’ αλήθεια θα μ’ άρεσε να υψοπερπατήσω έστω μια φορά μπροστά σε...» Κούνησε το κεφάλι, έριξε μια ματιά στο Καλαντόρ· το ντεκολτέ της εσθήτας της κατέβηκε, και ύστερα υψώθηκε ξανά. «Δεν ξέρω, Εγκουέν. Και μόνες να ήμασταν, δεν θα ταξιδεύαμε πολύ πιο γρήγορα, και δεν ξέρουμε ακόμα πού ακριβώς να πάμε». Αυτό σήμαινε ότι η Νυνάβε δεν είχε θυμηθεί πού συγκεντρώνονταν οι Γαλάζιες. Αν ήταν βάσιμη η αναφορά της Ελάιντα. «Για να μην αναφέρω ότι η Νυνάβε θα σκάσει, αν εγκαταλείψουμε την άμαξα και αγοράσουμε άλογα και σέλες ή άλλο ένα κάρο. Εκτός αυτού, μαθαίνουμε κι οι δυο πολλά πράγματα για τους Σωντσάν. Η Σεράντιν είχε δουλέψει ως εκπαιδεύτρια σ’ρέντιτ στην Αυλή των Εννέα Φεγγαριών, όπου ασκεί εξουσία η Σωντσανή Αυτοκράτειρα. Χθες μας έδειξε τα πράγματα που πήρε όταν το έσκασε από το Φάλμε. Εγκουέν, έχει ένα α’ντάμ».
Η Εγκουέν έκανε μπροστά και τα φουστάνια της άγγιξαν το Καλαντόρ. Οι παγίδες του Ραντ δεν ήταν απτές, ό,τι κι αν πίστευε η Νυνάβε. «Είσαι σίγουρη ότι δεν ήταν σουλ’ντάμ;» Η φωνή της έτρεμε από θυμό.
«Είμαι σίγουρη», είπε καθησυχαστικά η Ηλαίην. «Εγώ η ίδια της έβαλα το σουλ’ντάμ και δεν είχε κανένα αποτέλεσμα».
Ήταν ένα μικρό μυστικό, το οποίο δεν ήξεραν ούτε οι ίδιοι οι Σωντσάν, ή, αν το ήξεραν, το έκρυβαν καλά. Οι νταμέην τους ήταν γυναίκες που διέθεταν εκ γενετής τη σπίθα, γυναίκες που τελικά θα διαβίβαζαν, ακόμα κι αν έμεναν αδίδαχτες. Όμως οι σουλ’ντάμ, που έλεγχαν τις νταμέην ― ήταν γυναίκες που έπρεπε να διδαχθούν για να διαβιβάσουν. Οι Σωντσάν πίστευαν ότι οι γυναίκες που μπορούσαν να διαβιβάζουν ήταν επικίνδυνα ζώα που έπρεπε να βρίσκονται υπό έλεγχο, και όμως, δίχως να το γνωρίζουν, πρόσφεραν σε πολλές απ’ αυτές τιμητικές θέσεις.
«Δεν καταλαβαίνω αυτό το ενδιαφέρον για τις Σωντσάν». Η Άμυς πρόφερε με δυσκολία το όνομα· ποτέ δεν το είχε ακούσει προτού το αναφέρει η Ηλαίην στην τελευταία συνάντησή τους. «Αυτό που κάνουν είναι τρομερό, όμως έχουν φύγει. Ο Ραντ αλ’Θόρ τους νίκησε, κι αυτοί το έσκασαν».
Η Εγκουέν γύρισε την πλάτη της και κοίταξε τις πελώριες γυαλισμένες κολόνες που χάνονταν στις σκιές. «Το ότι έφυγαν δεν σημαίνει ότι δεν θα ξαναγυρίσουν». Δεν ήθελε να δουν το πρόσωπό της, ούτε καν η Ηλαίην. «Πρέπει να μάθουμε ό,τι μπορούμε να μάθουμε, σε περίπτωση που ξαναγυρίσουν κάποτε». Της είχαν φορέσει α’ντάμ στο Φάλμε. Ήθελαν να τη στείλουν στη Σωντσάν, πέρα από τον Ωκεανό Άρυθ, για να περάσει εκεί την υπόλοιπη ζωή της σαν σκυλί δεμένο σε λουρί. Κάθε φορά που σκεφτόταν τις Σωντσάν, οργή ανέβλυζε από μέσα της. Και φόβος επίσης. Φόβος ότι, αν ξαναγυρνούσαν, εκείνη τη φορά θα κατάφερναν να την πιάσουν και να την αιχμαλωτίσουν. Αυτό ακριβώς δεν ήθελε να δουν στο πρόσωπό της. Το γυμνό τρόμο που φανέρωναν τα μάτια της.