Выбрать главу

Η Ηλαίην την έπιασε από το μπράτσο. «Θα είμαστε έτοιμοι, αν επιστρέψουν», είπε τρυφερά. «Δεν θα μας πετύχουν μέσα στην έκπληξη και την άγνοια». Η Εγκουέν της χτύπησε μαλακά το χέρι, αν και ήθελε να το σφίξει. Η Ηλαίην καταλάβαινε περισσότερα απ’ όσο θα ήθελε η Εγκουέν, αλλά ήταν και μια παρηγοριά αυτό.

«Ας τελειώνουμε αυτό που ήρθαμε να κάνουμε», είπε κοφτά η Μπάιρ. «Πρέπει να κοιμηθείς στ’ αλήθεια, Εγκουέν».

«Βάλαμε γκαϊ’σάιν να σε ξεντύσουν και να σε σκεπάσουν με τις κουβέρτες σου». Κατά παράξενο τρόπο, η Άμυς μιλούσε τρυφερά, σαν την Ηλαίην. «Όταν επιστρέψεις στο κορμί σου, μπορείς να κοιμηθείς μέχρι το πρωί».

Τα μάγουλα της Εγκουέν βάφτηκαν κόκκινα. Με δεδομένους τους τρόπους των Αελιτών, ήταν πιθανό κάποιοι γκαϊ’σάιν να ήταν άνδρες. Θα έπρεπε να τους μιλήσει γι’ αυτό ― με λεπτότητα, βεβαίως· δεν θα καταλάβαιναν και δεν ήταν κάτι που θα ένιωθε άνετα εξηγώντας το.

Κατάλαβε ότι ο φόβος της είχε φύγει. Φαίνεται ότι περισσότερο φοβάμαι μην ντροπιαστώ παρά τις Σωντσάν. Δεν ήταν αλήθεια, όμως κράτησε αυτή τη σκέψη.

Δεν είχε πολλά να πει στην Ηλαίην. Ότι είχαν φτάσει τελικά στην Καιρχίν, ότι ο Κουλάντιν είχε αφανίσει το Σέλεαν και είχε ρημάξει τη γύρω περιοχή, ότι το Σάιντο ήταν μέρες μπροστά τους και προχωρούσε προς τα δυτικά. Οι Σοφές ήξεραν περισσότερα απ’ αυτήν· δεν είχαν πάει κατευθείαν στις σκηνές τους. Είχαν γίνει αψιμαχίες το βραδάκι, μικρές και λίγες, με έφιππους που γρήγορα είχαν διαφύγει, ενώ είχαν δει άλλους καβαλάρηδες που είχαν φύγει χωρίς να πολεμήσουν. Δεν είχαν πάρει αιχμαλώτους. Η Μουαραίν και ο Λαν φαίνονταν να πιστεύουν ότι οι επιδρομείς ίσως να ήταν ληστές ή, ακόμα, υποστηρικτές κάποιου Οίκου που ήθελε να διεκδικήσει το Θρόνο του Ήλιου. Όλοι έδειχναν ταλαιπωρημένοι. Όποιοι κι αν ήταν, σύντομα θα μαθαίνονταν τα νέα ότι στην Καιρχίν υπήρχαν κι άλλοι Αελίτες.

«Νωρίς ή αργά θα το μάθαιναν», ήταν το μόνο σχόλιο της Ηλαίην.

Η Εγκουέν, παρακολουθούσε την Ηλαίην, καθώς αυτή μαζί με τις Σοφές εξαφανίζονταν —μέσα από τα δικά της μάτια, η Ηλαίην και η Καρδιά της Πέτρας φάνηκαν να ξεθωριάζουν― όμως η χρυσομάλλα φίλη της δεν έδειξε να είχε καταλάβει το μήνυμά της.

25

Όνειρα για τον Γκάλαντ

Η Εγκουέν, αντί να επιστρέψει στο κορμί της, έμεινε να πλέει στο σκοτάδι. Έμοιαζε να είναι η ίδια σκοτάδι, δίχως ουσία. Δεν ήξερε αν το σώμα της βρισκόταν προς τα πάνω ή κάτω ή πλάγιά της —εδώ δεν υπήρχαν κατευθύνσεις― αλλά ήξερε ότι ήταν κοντά, ότι μπορούσε εύκολα να μπει μέσα του. Ολόγυρα της, στο ζόφο, πυγολαμπίδες έμοιαζαν να λαμπυρίζουν, μια πελώρια ορδή που χανόταν σε έναν αφάνταστο ορίζοντα. Υπήρχαν όνειρα, τα όνειρα των Αελιτών του στρατοπέδου, τα όνειρα των ανδρών και των γυναικών σ’ όλη την Καιρχίν, σ’ όλον τον κόσμο, που τρεμόφεγγαν εκεί.

Μπορούσε τώρα να ξεχωρίσει μερικά από τα κοντινότερα και να πει ποιος ήταν ο ονειρευόμενος. Κατά έναν τρόπο, αυτά τα λαμπυρίσματα έμοιαζαν μεταξύ τους όπως οι πυγολαμπίδες —αυτό ήταν που την είχε δυσκολέψει τόσο αρχικά― όμως κατά έναν άλλο τώρα έμοιαζαν ξεχωριστά σαν πρόσωπα. Τα όνειρα του Ραντ και της Μουαραίν, εμφανίζονταν θαμπά, σκοτεινά, εξαιτίας των ξορκιών προφύλαξης που είχαν υφάνει. Τα όνειρα της Άμυς και της Μπάιρ ήταν λαμπερά και ομαλά, καθώς πάλλονταν· απ’ ό,τι φαινόταν, είχαν ακολουθήσει αυτό που είχαν συμβουλέψει την Εγκουέν. Αν δεν τα είχε δει, θα χωνόταν την ίδια στιγμή στο σώμα της. Οι δυο τους ήξεραν καλύτερα από την ίδια να κάνουν βόλτες στο σκοτάδι· δεν θα καταλάβαινε την παρουσία τους, παρά μόνο όταν της ορμούσαν. Αν μάθαινε ποτέ να αναγνωρίζει με τον ίδιο τρόπο την Ηλαίην και τη Νυνάβε, θα μπορούσε να τις βρίσκει μέσα σ’ αυτή την πελώρια συναστρία όπου κι αν βρίσκονταν στον κόσμο. Απόψε όμως δεν ήθελε να παρατηρήσει τα όνειρα κανενός.

Σχημάτισε προσεκτικά στο νου της μια εικόνα που θυμόταν καλά, και βρέθηκε πίσω στον Τελ’αράν’ριοντ, μέσα στο δίχως παράθυρο δωματιάκι του Πύργου όπου είχε ζήσει ως μαθητευόμενη. Υπήρχε ένα στενό κρεβάτι κολλημένο σε έναν ασπροβαμμένο τοίχο. Απέναντι από την πόρτα υπήρχε ένας νιπτήρας κι ένα σκαμνί με τρία πόδια, ενώ στα χοντρά ξύλινα καρφιά ήταν κρεμασμένα τα φορέματα και τα μισοφόρια από λευκό μαλλί και ο λευκός μανδύας της τωρινής κατοίκου του. Δεν θα ήταν καθόλου παράξενο, αν ήταν ολότελα άδειο· ο Πύργος εδώ και πολλά χρόνια δεν μπορούσε να γεμίσει τα καταλύματα των μαθητευόμενων. Το πάτωμα ήταν σχεδόν εξίσου άσπρο με τους τοίχους και τα ρούχα. Κάθε μέρα η μαθητευόμενη που έμενε εκεί το σφουγγάριζε πεσμένη στα τέσσερα· το ίδιο είχε κάνει και η Εγκουέν, και η Ηλαίην στο διπλανό δωμάτιο. Αν ερχόταν μια βασίλισσα να μαθητεύσει στον Πύργο, θα ξεκινούσε από ένα δωματιάκι σαν αυτό, σφουγγαρίζοντας το πάτωμα.