Τα ρούχα ήταν τοποθετημένα σε άλλη θέση όταν τα ξανακοίταξε, αλλά δεν έδωσε σημασία. Έτοιμη να αγκαλιάσει ακαριαία το σαϊντάρ, άνοιξε την πόρτα, όσο για να ξεπροβάλει το κεφάλι της. Και πήρε μια ανάσα όλο ανακούφιση, όταν είδε το κεφάλι της Ηλαίην να ξεπροβάλλει εξίσου αργά από τη γειτονική πόρτα. Η Εγκουέν έλπισε να μην είχε και η ίδια αυτό το γουρλωμένο, αβέβαιο ύφος. Έκανε νόημα βιαστικά και η Ηλαίην έτρεξε, φορώντας λευκά ρούχα μαθητευόμενης, τα οποία έγιναν ανοιχτόγκριζο μεταξωτό φόρεμα ιππασίας, καθώς χιμούσε στο δωμάτιο. Η Εγκουέν σιχαινόταν τα γκρίζα φορέματα· τέτοια φορούσαν οι νταμέην.
Έμεινε εκεί για μια στιγμή ακόμα, χτενίζοντας με το βλέμμα τα εσωτερικά μπαλκόνια των καταλυμάτων των μαθητευομένων. Οι όροφοι υψώνονταν ο ένας πάνω από τον άλλο κι έπεφταν άλλοι τόσοι ως την Αυλή των Μαθητευομένων πιο κάτω. Όχι ότι περίμενε να είναι εκεί η Λίαντριν ή κάποια ακόμα χειρότερη, αλλά δεν ήταν κακό να έχεις το νου σου.
«Νόμιζα ότι αυτό εννοούσες», είπε η Ηλαίην, καθώς η Εγκουέν έκλεινε την πόρτα. «Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να θυμάμαι τι μπορώ να λέω και μπροστά σε ποια; Μερικές φορές εύχομαι να μπορούσαμε να πούμε στις Σοφές τα πάντα. Να πούμε ότι είμαστε απλώς Αποδεχθείσες, και να ξεμπερδεύουμε».
«Εσύ θα ξεμπέρδευες», είπε σταθερά η Εγκουέν. «Εγώ τυχαίνει να κοιμάμαι είκοσι βήματα πιο πέρα απ’ αυτές».
Η Ηλαίην ρίγησε. «Αυτή η Μπάιρ. Μου θυμίζει τη Λίνι, όταν έσπαζα κάτι που δεν έπρεπε να σπάσω».
«Περίμενε να σου γνωρίσω τη Σορίλεα». Η Ηλαίην την κοίταξε με αμφιβολία, όμως βέβαια και η ίδια η Εγκουέν δεν ήταν σίγουρη αν θα πίστευε ότι υπήρχε άνθρωπος σαν τη Σορίλεα χωρίς να την έχει συναντήσει. Δεν υπήρχε εύκολος τρόπος να κάνει αυτό που ήθελε. Έσιαξε το επώμιό της. «Πες μου πώς γνώρισες τη Μπιργκίτε. Ήταν η Μπιργκίτε, σωστά;»
Η Ηλαίην παραπάτησε, σαν να της είχαν ρίξει γροθιά στο στομάχι. Τα γαλανά μάτια της έκλεισαν για μια στιγμή και πήρε μια ανάσα τόσο βαθιά, που σίγουρα τη γέμισε ως τα δάχτυλα των ποδιών. «Δεν μπορώ να σου μιλήσω γι’ αυτό».
«Τι εννοείς ότι δεν μπορείς να μου μιλήσεις; Έχεις γλώσσα. Η Μπιργκίτε ήταν;»
«Δεν μπορώ, Εγκουέν. Πρέπει να με πιστέψεις. Θα σου έλεγα, αν μπορούσα, μα δεν μπορώ. Ίσως... αν ρωτούσα...» Αν η Ηλαίην συνήθιζε να σφίγγει τα χέρια της, αυτό θα έκανε εκείνη τη στιγμή. Ανοιγόκλεισε το στόμα χωρίς να βγουν λέξεις, τα μάτια της πετάχτηκαν τριγύρω στο δωμάτιο, σαν να ζητούσε έμπνευση και αρωγή. Ανάσανε βαθιά και στύλωσε το τεταμένο γαλανό βλέμμα της στην Εγκουέν. «Ό,τι και να πω, παραβιάζω την εχεμύθεια που υποσχέθηκα. Ακόμα και μ’ αυτό που σου λέω. Σε παρακαλώ, Εγκουέν. Πρέπει να με εμπιστευθείς. Και δεν πρέπει να πεις σε κανέναν αυτό που... νόμισες ότι είδες».
Η Εγκουέν έδιωξε με κόπο το αυστηρό σμίξιμο τω φρυδιών της. «Θα σε εμπιστευτώ». Τουλάχιστον, τώρα ήξερε στα σίγουρα ότι δεν φανταζόταν οράματα. Η Μπιργκίτε; Φως μου! «Ελπίζω κάποια μέρα να με εμπιστεύεσαι αρκετά για να μου το πεις».
«Σε εμπιστεύομαι, αλλά...» Κουνώντας το κεφάλι, η Ηλαίην κάθισε στην άκρη του σχεδόν στρωμένου κρεβατιού. «Φυλάμε μυστικά, πιο πολλά απ’ όσα πρέπει, Εγκουέν, αλλά μερικές φορές υπάρχει λόγος».
Μετά από μια στιγμή, η Εγκουέν ένευσε και κάθισε πλάι της. «Όποτε μπορέσεις», αυτό είπε μόνο, όμως η φίλη της την αγκάλιασε ανακουφισμένη.
«Έλεγα μια φορά να μην το ρωτήσω, Εγκουέν. Μόνο μια φορά, δεν θα γέμιζα τις σκέψεις μου μ’ αυτόν». Το γκρι φόρεμα ιππασίας έγινε λαμπερή πράσινη εσθήτα· η Ηλαίην σίγουρα δεν αντιλαμβανόταν πόσο χαμηλά έπεφτε το ντεκολτέ. «Αλλά... είναι καλά ο Ραντ;»
«Είναι ζωντανός και απείραχτος, αν εννοείς αυτό. Νόμιζα πως ήταν σκληρός στο Δάκρυ, όμως σήμερα τον άκουσα να απειλεί πως θα κρεμούσε όποιον εναντιωνόταν στις διαταγές του. Όχι ότι είναι κακές διαταγές —δεν αφήνει να παίρνουν τρόφιμα χωρίς να τα πληρώσουν, να δολοφονούν ανθρώπους― αλλά και πάλι. Ήταν οι πρώτοι που τον χαιρέτισαν ως Εκείνον Που Έρχεται Με την Αυγή· τον ακολούθησαν και έφυγαν από την Ερημιά δίχως δισταγμό. Κι αυτός τους απειλεί, σκληρός σαν ψυχρό ατσάλι».