«Δεν ήταν απειλή, Εγκουέν. Είναι βασιλιάς, ό,τι γνώμη και να έχεις εσύ ή αυτός ή οποιοσδήποτε άλλος, και οι βασιλιάδες και οι βασίλισσες πρέπει να απονέμουν δικαιοσύνη δίχως να δείχνουν φόβο στους εχθρούς ή εύνοια στους φίλους. Όποιος το κάνει αυτό, πρέπει να είναι σκληρός. Η μητέρα καμιά φορά κάνει ακόμα και τα τείχη της πόλης να φαντάζουν μαλακά δίπλα της».
«Δεν είναι ανάγκη να γίνεται τόσο αλαζονικός όμως», είπε χωρίς ένταση η Εγκουέν. «Η Νυνάβε είπε ότι θα ’πρεπε να του θυμίσω πως δεν παύει να είναι απλώς άνθρωπος, αλλά ακόμα δεν βρήκα τρόπο να του το πω».
«Πρέπει να θυμάται πως είναι απλώς άνθρωπος. Αλλά έχει δικαίωμα να περιμένει υπακοή από τους άλλους». Στον τόνο της Ηλαίην υπήρχε κάτι υπεροπτικό, ώσπου χαμήλωσε το βλέμμα της. Τότε το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο και ξαφνικά η πράσινη εσθήτα απέκτησε δαντελωτό γιακά που έφτανε ως το σαγόνι της. «Είσαι σίγουρη ότι δεν το παρεξήγησες αυτό για αλαζονεία;» κατέληξε με πνιγμένη φωνή.
«Είναι θρασύς σαν γουρούνι σε μπιζελοχώραφο». Η Εγκουέν ανασάλεψε στο κρεβάτι· το θυμόταν σκληρό, όμως το λεπτό στρώμα έμοιαζε πιο μαλακό από τις κουβέρτες στις οποίες κοιμόταν στη σκηνή της. Δεν ήθελε να μιλήσει για τον Ραντ. «Είσαι σίγουρη ότι αυτός ο καυγάς δεν θα προκαλέσει κι άλλα προβλήματα;» Σίγουρα η αντιζηλία με τη Λατέλ δεν θα διευκόλυνε το ταξίδι τους.
«Δεν το νομίζω. Το παράπονο της Λατέλ από τη Νυνάβε ήταν ότι τώρα όλοι οι ελεύθεροι άνδρες δεν ήταν πια στη διάθεσή της, για να διαλέγει όποιον ήθελε. Φαντάζομαι ότι μερικές γυναίκες έτσι σκέφτονται. Η Αλούντρα δεν ξανοίγεται, η Σεράντιν δεν θα τα έβαζε ούτε με χήνα, προτού της μάθω να υπερασπίζεται τον εαυτό της, και η Κλαρίν είναι παντρεμένη με τον Πέτρα. Όμως η Νυνάβε ξεκαθάρισε ότι θα έστριβε το αυτί όποιου άνδρα τολμούσε έστω και να σκεφτεί να φλερτάρει μαζί της, κι επίσης ζήτησε συγγνώμη από τη Λατέλ. Ελπίζω, λοιπόν, να λύθηκε το πρόβλημα».
«Ζήτησε συγγνώμη;»
Η άλλη ένευσε και η έκφραση του προσώπου της έδειχνε ότι το έβρισκε αστείο όσο και η ίδια η Εγκουέν. «Νόμιζα ότι θα του την άναβε του Λούκα, όταν αυτός της είπε ότι έπρεπε να απολογηθεί —παρεμπιπτόντως, ο Λούκα δεν θεωρεί ότι η απαγόρευση της ισχύει και γι’ αυτόν― όμως στο τέλος το έκανε, αφού γκρίνιαζε μια ολόκληρη ώρα. Για την ακρίβεια, μουρμούριζε για σένα». Δίστασε, έριξε μια λοξή ματιά στην Εγκουέν. «Της είπες τίποτα την τελευταία φορά που βρεθήκατε; Είναι... διαφορετική... από τότε και μερικές φορές μιλάει μόνη της. Τσακώνεται μόνη της, δηλαδή. Για σένα, από το λίγο που άκουσα».
«Δεν της είπα τίποτα που δεν έπρεπε να ειπωθεί». Άρα είχε αντέξει, αυτό που είχε συμβεί μεταξύ τους, ό,τι κι αν ήταν. Ή συνέβαινε αυτό ή η Νυνάβε μάζευε θυμό για την επόμενη φορά που θα συναντιόνταν. Η Εγκουέν δεν θα ανεχόταν πια τα νεύρα της άλλης, τώρα που ήξερε ότι δεν ήταν υποχρεωμένη. «Πες της εκ μέρους μου ότι δεν ταιριάζει στα χρόνια της να κυλιέται στο χώμα παλεύοντας. Αν μπλέξει πάλι σε τσακωμό, έχω και χειρότερα να της πω. Να της το πεις ακριβώς έτσι. Έχω και χειρότερα». Άσε τη Νυνάβε να τυραννά το μυαλό της μέχρι την επόμενη φορά. Ή θα ήταν ήρεμη σαν προβατάκι... Ή, αλλιώς, η Εγκουέν θα έπρεπε να κάνει πράξη την απειλή της. Η Νυνάβε μπορεί να ήταν πιο ισχυρή στη Δύναμη, όταν μπορούσε να διαβιβάσει, αλλά εδώ η δυνατότερη ήταν η Εγκουέν. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είχε τελειώσει πια με τα ξεσπάσματα της Νυνάβε.
«Θα της το πω», είπε η Ηλαίην. «Κι εσύ άλλαξες. Μοιάζεις να έχεις κάτι από τον τρόπο του Ραντ».
Η Εγκουέν έκανε μια στιγμή να καταλάβει τι εννοούσε, βλέποντας και το χαμογελάκι της Ηλαίην. «Μην είσαι χαζή».
Η Ηλαίην γέλασε δυνατά και την αγκάλιασε πάλι. «Αχ, Εγκουέν, θα γίνεις Έδρα της Αμερλιν κάποια μέρα, όταν θα είμαι Βασίλισσα του Άντορ».
«Αν υπάρχει Πύργος ως τότε», είπε ζοφερά η Εγκουέν και το γέλιο της Ηλαίην μαράθηκε.
«Εγκουέν, η Ελάιντα δεν μπορεί να καταστρέψει τον Λευκό Πύργο. Ό,τι και να κάνει, ο Πύργος θα παραμείνει. Ίσως να μην μείνει Άμερλιν. Όταν η Νυνάβε θυμηθεί το όνομα εκείνης της πόλης, πάω στοίχημα ότι θα βρούμε έναν Πύργο σε εξορία, μ’ όλα τα Άτζα εκτός του Κόκκινου».
«Το ελπίζω». Η Εγκουέν ήξερε ότι η φωνή της φανέρωνε λύπη. Ήθελε οι Άες Σεντάι να υποστηρίξουν τον Ραντ και να αντιταχθούν στην Ελάιντα, όμως αυτό σήμαινε ότι ο Λευκός Πύργος θα ράγιζε για τα καλά και ίσως δε θα ξαναγινόταν ποτέ ακέραιος.
«Πρέπει να γυρίσω πίσω», είπε η Ηλαίην. «Η Νυνάβε επιμένει ότι όποια από τις δυο μας δεν μπαίνει στον Τελ’αράν’ριοντ, πρέπει να μένει ξύπνια, και, με τον πονοκέφαλο που έχει, πρέπει να πιει τσάι από βότανα και να κοιμηθεί. Δεν ξέρω γιατί είναι τόσο ισχυρογνώμων. Όποια κι αν παρακολουθεί, δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να βοηθήσει, και τώρα ξέρουμε και οι δύο αρκετά για να είμαστε εντελώς ασφαλείς». Το πράσινο φόρεμά της πετάρισε και έγινε η φορεσιά της Μπιργκίτε, λευκό σακάκι και πλατύ κίτρινο παντελόνι για μια στιγμή, και ύστερα επανήλθε. «Είπε να μην σου το πω, όμως πιστεύει πως η Μογκέντιεν προσπαθεί να μας βρει. Αυτήν κι εμένα».