Η Εγκουέν δεν έκανε την προφανή ερώτηση. Σίγουρα ήταν κάτι που είχε πει η Μπιργκίτε. Γιατί, άραγε, η Ηλαίην προσπαθούσε να το κρατήσει μυστικό; Επειδή το υποσχέθηκε. Η Ηλαίην ποτέ στη ζωή της δεν πάτησε την υπόσχεση της. «Πες της να προσέχει». Η Νυνάβε μάλλον δεν θα καθόταν να περιμένει, αν πίστευε ότι την κυνηγούσε μια Αποδιωγμένη. Θα θυμόταν ότι την είχε νικήσει κάποτε, και το κουράγιο της πάντα ξεπερνούσε τη λογική της. «Δεν πρέπει να παίρνουμε τους Αποδιωγμένους αψήφιστα. Ούτε και μια Σωντσάν, κι ας είναι δήθεν μια απλή θηριοδαμάστρια. Να της το πεις».
«Δεν φαντάζομαι να με άκουγες, αν σου έλεγα να προσέχεις κι εσύ».
Κοίταξε έκπληκτη την Ηλαίην. «Πάντα προσέχω. Το ξέρεις».
«Φυσικά». Το τελευταίο που είδε η Εγκουέν, καθώς η άλλη γυναίκα ξεθώριαζε, ήταν το ελαφρά κοροϊδευτικό χαμόγελό της.
Η Εγκουέν δεν έφυγε. Αν δεν θυμόταν η Νυνάβε πού βρισκόταν η σύναξη των Γαλάζιων, ίσως να το έβρισκε εδώ. Η ιδέα ήταν κάθε άλλο παρά καινούρια: δεν ήταν το πρώτο ταξίδι της στον Πύργο μετά την τελευταία συνάντησή της με τη Νυνάβε. Φόρεσε ένα αντίγραφο του προσώπου της Ενάιλα με πυρά μαλλιά που έφταναν στους ώμους, και φόρεμα Αποδεχθείσας με ριγέ ποδόγυρο, και μετά σχημάτισε την εικόνα του περίτεχνα επιπλωμένου γραφείου της Ελάιντα.
Το γραφείο δεν είχε αλλάξει, αν και σε κάθε επίσκεψη λιγόστευαν τα σκαμνιά εκείνα με τις σκαλισμένες κληματσίδες που ήταν παραταγμένα σε ημικύκλιο, μπροστά στο πλατύ τραπέζι γραφής. Η Εγκουέν πήγε κατευθείαν στο τραπέζι και παραμέρισε την όμοια με θρόνο καρέκλα, που είχε ενσφηνωμένη τη φιλντισένια Φλόγα της Ταρ Βάλον, για να φτάσει το λακαρισμένο κουτί με τα γράμματα. Σήκωσε το καπάκι, το οποίο ήταν στολισμένο με γεράκια που μάχονταν και με σύννεφα, και άρχισε να χτενίζει με το βλέμμα τις περγαμηνές όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ακόμα κι έτσι, μερικά έλιωναν μισοδιαβασμένα ή άλλαζαν. Δεν υπήρχε τρόπος να ξέρει εκ των προτέρων τι ήταν σημαντικό και τι ασήμαντο.
Τα πιο πολλά ήταν αναφορές για αποτυχίες. Ακόμα κανένα νέο για το πού είχε πάει το στρατό του ο Άρχοντας του Μπασίρε, κι ένας τόνος σύγχυσης και ανησυχίας χρωμάτιζε τις λέξεις. Το όνομα εκείνο τη γαργάλησε στο βάθος του μυαλού της, αλλά, μην έχοντας χρόνο για χάσιμο, το απόδιωξε και έπιασε άλλο ένα φύλλο. Κανένα νέο για το πού βρισκόταν ο Ραντ, έλεγε μια απελπισμένη αναφορά, σχεδόν πανικόβλητη. Καλά που το είχε μάθει, και μόνο γι’ αυτό άξιζε το ταξίδι. Είχε περάσει πάνω από μήνας από την τελευταία φορά που είχαν στείλει νέα από το Τάντσικο οι πληροφοριοδότες οποιουδήποτε Άτζα, κι επίσης ήταν κι άλλοι στο Τάραμπον που είχαν σιωπήσει· η επιστολογράφος κατηγορούσε την αναρχία που επικρατούσε εκεί· φήμες, που υποστήριζαν ότι κάποιος είχε καταλάβει το Τάντσικο, δεν μπορούσαν να επιβεβαιωθούν, όμως η επιστολογράφος υπαινισσόταν ότι έφταιγε ο Ραντ. Ακόμα καλύτερα, αν η Ελάιντα έψαχνε σε λανθασμένο μέρος, πάνω από χίλιες λεύγες μακριά από το σωστό. Μια μπερδεμένη αναφορά έλεγε ότι μια Κόκκινη αδελφή στο Κάεμλυν ισχυριζόταν πως είχε δει τη Μοργκέις σε ανοιχτή ακρόαση για τον κόσμο, όμως οι πράκτορες διαφόρων Άτζα στο Κάεμλυν έλεγαν ότι η Βασίλισσα είχε απομονωθεί εδώ και μέρες. Μάχες στις Μεθόριες, πιθανότατα μικροεξεγέρσεις στο Σίναρ και στο Άραφελ· η περγαμηνή χάθηκε προτού διαβάσει η Εγκουέν τα αίτια. Ο Πέντρον Νάιαλ καλούσε Λευκομανδίτες στην Αμαδισία, πιθανότατα για να κινηθεί εναντίον της Αλτάρας. Καλά που η Ηλαίην και η Νυνάβε θα έμεναν εκεί μόνο τρεις μέρες ακόμα.
Η επόμενη περγαμηνή αφορούσε την Ηλαίην και τη Νυνάβε. Πρώτα, η επιστολογράφος συμβούλευε να μην τιμωρηθεί η πράκτορας που τους είχε επιτρέψει να δραπετεύσουν —η Ελάιντα το είχε διαγράψει αυτό με χοντρές γραμμές και είχε γράψει «Να τιμωρηθεί παραδειγματικά!» στο περιθώριο― και μετά, πάνω που η αναφορά έμπαινε σε λεπτομέρειες για τις έρευνες σχετικά με εκείνες τις δύο στην Αμαδισία, το φύλλο έγινε ένα μάτσο χαρτιά, που έμοιαζαν να είναι εκτιμήσεις οικοδόμων και λιθοξόων για την κατασκευή μιας προσωπικής κατοικίας για την Έδρα της Άμερλιν στον περίβολο του Πύργου. Για την κατασκευή παλατιού, ακριβέστερα, κρίνοντας από τον αριθμό των σελίδων.
Άφησε τις σελίδες να πέσουν, και αυτές εξαφανίστηκαν, προτού σκορπιστούν στο τραπέζι. Το λακαρισμένο κουτί ήταν πάλι κλειστό. Ήξερε ότι θα μπορούσε να περάσει εκεί ολόκληρη τη ζωή της· πάντα θα υπήρχαν κι άλλα έγγραφα στο κουτί και πάντα θα άλλαζαν. Όσο πιο εφήμερο ήταν κάτι στον ξυπνητό κόσμο —μια επιστολή, ένα ρούχο, μια γαβάθα που τη μετακινούσαν συχνά― τόσο πιο ασταθές ήταν το καθρέφτισμά του στον Τελ’αράν’ριοντ. Δεν μπορούσε να μείνει εκεί για πολύ· ο ύπνος όταν ήσουν στον Κόσμο των Ονείρων δεν σε ξεκούραζε όσο όταν κοιμόσουν ανενόχλητος.