Выбрать главу

Έτρεξε στον προθάλαμο κι έκανε να απλώσει το χέρι στις περγαμηνές και τους κυλίνδρους, που σχημάτιζαν τακτοποιημένες στοίβες στο τραπέζι της Τηρήτριας, άλλες με βουλοκέρι και άλλες χωρίς, όταν το δωμάτιο τρεμόφεξε. Προτού προλάβει να σκεφτεί καν τι σήμαινε αυτό, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Γκάλαντ, χαμογελαστός, μ’ ένα μπροκάρ γαλάζιο σακάκι, που ταίριαζε τέλεια στους ώμους του, και με στενό παντελόνι, που τόνιζε τα γυμνασμένα του πόδια.

Η Εγκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα κι ένιωσε ναυτία. Δεν ήταν σωστό να έχει ένας άνδρας τόσο όμορφο πρόσωπο.

Εκείνος την πλησίασε, με τα μαύρα μάτια του να λαμπυρίζουν, και άγγιξε το μάγουλό της με τα δάχτυλά του. «Θα κάνεις ένα περίπατο μαζί μου στον Υδρόκηπο;» της είπε με μαλακή φωνή.

«Αν θέλετε να ερωτοτροπήσετε εσείς οι δύο», είπε μια αυστηρή γυναικεία φωνή, «δεν θα το κάνετε εδώ».

Η Εγκουέν στριφογύρισε με γουρλωμένα μάτια και είδε τη Ληάνε, που καθόταν πίσω από το τραπέζι με το επώμιο της Τηρήτριας στους ώμους και με ένα χαμόγελο συμπάθειας στο μπρουντζόχρωμο πρόσωπό της. Η πόρτα προς το γραφείο της Αμερλιν ήταν ανοιχτή και μέσα στεκόταν η Σιουάν πλάι στο απλό, καλογυαλισμένο τραπέζι της, διαβάζοντας μια μακριά περγαμηνή, με το ριγωτό επιτραχήλιο του αξιώματος στους ώμους της. Τι παράκρουση ήταν αυτή;

Το έσκασε χωρίς να σκεφτεί ποια εικόνα σχημάτιζε, και βρέθηκε να βαριανασαίνει στο Κοινό Λιβάδι του Πεδίου του Έμοντ, με τις καλαμοσκεπές των σπιτιών ολόγυρά της και με την Οινοπηγή να αναβλύζει από τη βραχώδη προεξοχή στην πλατιά χλοερή έκταση. Κοντά στο ορμητικό ποταμάκι που πλάταινε γρήγορα, στεκόταν το μικρό πανδοχείο του πατέρα της, με το ισόγειο από πέτρα και τον πρώτο όροφο ασβεστωμένο. «Η μόνη τέτοια στέγη στους Δύο Ποταμούς», έλεγε συχνά ο Μπραν αλ’Βέρ για τα κόκκινα κεραμίδια του. Το μεγάλο πέτρινο θεμέλιο κοντά στο Πανδοχείο της Οινοπηγής, που από το κέντρο του πετιόταν και απλωνόταν μια πελώρια βελανιδιά, ήταν πολύ αρχαιότερο από το πανδοχείο, αλλά κάποιοι έλεγαν ότι ανέκαθεν υπήρχε πανδοχείο πλάι στο Νερό της Οινοπηγής, δυο χιλιάδες χρόνια τώρα και παραπάνω.

Ανόητη. Ενώ είχε προειδοποιήσει αυστηρά τη Νυνάβε σχετικά με τα όνειρα στον Τελ’αράν’ριοντ, παραλίγο θα αιχμαλωτιζόταν σε ένα δικό της. Αν και ήταν παράξενο που είχε εμφανιστεί ο Γκάλαντ. Τον ονειρευόταν μερικές φορές. Το πρόσωπό της αναψοκοκκίνισε· σίγουρα δεν τον αγαπούσε, ούτε καν τον πολυσυμπαθούσε, αλλά ήταν όμορφος, και σε κείνα τα όνειρα ανταποκρινόταν με το παραπάνω στις προσδοκίες της. Τον αδελφό του, τον Γκάγουυν, εκείνον ονειρευόταν συχνότερα, όμως κι αυτό ήταν εξίσου ανόητο. Ό,τι κι αν έλεγε η Ηλαίην, ο ίδιος ποτέ δεν είχε δείξει ότι έτρεφε αισθήματα για την Εγκουέν.

Έφταιγε εκείνο το χαζοβιβλίο, με τις ιστορίες περί εραστών. Με το που θα ξυπνούσε το πρωί, θα το επέστρεφε στην Αβιέντα. Και θα της έλεγε ότι κατά τη γνώμη της δεν το διάβαζε καθόλου για τις περιπέτειες.

Όμως δίσταζε να φύγει. Ήταν το σπίτι. Το Πεδίο του Έμοντ. Το τελευταίο μέρος στο οποίο είχε νιώσει ποτέ ασφαλής. Πάνω από χρόνος είχε περάσει από την τελευταία φορά που το είχε δει, όμως όλα έμοιαζαν να είναι όπως τα θυμόταν. Όχι ακριβώς όλα. Στο Κοινό Λιβάδι υπήρχαν δύο ψηλοί ιστοί με μεγάλα λάβαρα, που το ένα έδειχνε έναν κόκκινο αετό και το άλλο μια εξίσου κόκκινη λυκοκεφαλή. Μήπως είχε καμία σχέση μ’ αυτά ο Πέριν; Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς. Όμως ο Πέριν είχε πάει στην πατρίδα, έτσι έλεγε ο Ραντ, και τον είχε ονειρευτεί κάποιες φορές μαζί με λύκους.

Αρκετά είχε καθίσει αργόσχολα εκεί. Ήταν ώρα να―

Τρεμοπαίξιμο.

Από το πανδοχείο βγήκε η μητέρα της, με γκρίζα πλεξούδα κρεμασμένη στον ώμο της. Η Μάριν αλ’Βέρ ήταν λεπτοκαμωμένη γυναίκα, ακόμα όμορφη, και η καλύτερη μαγείρισσα των Δύο Ποταμών. Η Εγκουέν άκουσε τον πατέρα της να γελά μέσα στην κοινή αίθουσα, όπου βρισκόταν σε συνάντηση με τα υπόλοιπα μέλη του Συμβουλίου του Χωριού.

«Ακόμα εκεί έξω είσαι, παιδί μου;» είπε η μητέρα της, ψέγοντάς την τρυφερά, γελαστά. «Είσαι παντρεμένη καιρό και θα ’πρεπε να έχεις μάθει πια ότι δεν πρέπει να ξέρει ο άνδρας σου ότι μελαγχολείς, περιμένοντάς τον να γυρίσει». Κούνησε το κεφάλι της και γέλασε. «Πολύ αργά. Να ’τος, έρχεται».

Η Εγκουέν γύρισε με προσμονή και το βλέμμα της πέρασε πάνω από τα παιδιά που έπαιζαν στο Κοινό Λιβάδι. Τα καδρόνια της Γέφυρας των Κάρων βόγκηξαν, καθώς ο Γκάγουυν ερχόταν καλπάζοντας με το άλογο και πηδούσε από τη σέλα μπροστά της. Ήταν ψηλός κι ευθυτενής, φορούσε το χρυσοκέντητο κόκκινο σακάκι του, είχε τις χρυσοκόκκινες μπούκλες της αδελφής του και εξαίσια βαθυγάλανα μάτια. Δεν έφτανε βεβαίως στην ομορφιά τον ετεροθαλή αδελφό του, όμως η καρδιά της χτυπούσε πιο δυνατά γι’ αυτόν παρά για τον Γκάλαντ —Για τον Γκάλαντ; Τι πράγμα;― και η Εγκουέν πάλεψε να συγκρατήσει το ρίγος που την έπιασε.