Выбрать главу

«Σου έλειψα;» της είπε χαμογελώντας.

«Λιγάκι». Γιατί σκέφτηκα τον Γκάλαντ; Θαρρείς και τον είδα πριν από ένα λεπτό. «Αραιά και πού, όταν δεν είχα τίποτα πιο ενδιαφέρον να ασχοληθώ. Εγώ σου έλειψα;»

Για απάντηση, αυτός τη σήκωσε στην αγκαλιά του και τη φίλησε. Αυτή έχασε τον κόσμο και τον θυμήθηκε μόνο όταν εκείνος την ξανάφησε στα τρεμάμενα πόδια της. Τα λάβαρα είχαν χαθεί. Ποια λάβαρα;

«Να ’τον», είπε η μητέρα της, πλησιάζοντας μ’ ένα μωρό στα σπάργανα. «Να ο γιος σου. Είναι εξαιρετικό αγόρι. Ποτέ δεν κλαίει».

Ο Γκάγουυν γέλασε, καθώς έπαιρνε το παιδί και το σήκωνε ψηλά. «Έχει τα μάτια σου, Εγκουέν. Να δεις τι θα κάνει στις κοπελιές κάποια μέρα».

Η Εγκουέν τραβήχτηκε μακριά τους, κουνώντας το κεφάλι της. Στ’ αλήθεια υπήρχαν λάβαρα, με κόκκινο αετό και κόκκινη λυκοκεφαλή. Στ’ αλήθεια είχε δει τον Γκάλαντ. Στον Πύργο. «ΟΧΙΙΙΙΙΙΙ!»

Το έσκασε, πηδώντας από τον Τελ’αράν’ριοντ στο δικό της σώμα. Μερικά υπολείμματα επίγνωσης παρέμειναν, όσα για να αναρωτηθεί πώς ήταν δυνατόν να σταθεί τόσο ηλίθια και να αφήσει τις φαντασιώσεις της να την παγιδέψουν, και ύστερα βρέθηκε βαθιά στο δικό της, ασφαλές όνειρο. Ο Γκάγουυν κάλπασε στη Γέφυρα των Κάρων, ξεπέζεψε...

Η Μογκέντιεν εμφανίστηκε πίσω από ένα σπίτι με καλαμοσκεπή κι αναρωτήθηκε νωχελικά πού άραγε να βρισκόταν αυτό το χωριουδάκι. Δεν ήταν από τα μέρη που θα περίμενε κανείς να δει λάβαρα υψωμένα. Η κοπέλα ήταν δυνατότερη απ’ όσο νόμιζε, για να ξεφύγει από την ύφανση που είχε κάνει η Αποδιωγμένη στον Τελ’αράν’ριοντ. Ακόμα και η Λανφίαρ, ό,τι κι αν ισχυριζόταν, δεν της παράβγαινε εδώ. Πάντως η κοπέλα παρουσίαζε ενδιαφέρον, επειδή μιλούσε με την Ηλαίην Τράκαντ, η οποία ίσως την οδηγούσε στη Νυνάβε αλ’Μεάρα. Ο μόνος λόγος που είχε προσπαθήσει να την παγιδεύσει ήταν για να απαλλάξει τον Τελ’αράν’ριοντ από κάποια που μπορούσε να περπατά εκεί ελεύθερα. Λες και δεν έφτανε που ήταν αναγκασμένη να τον μοιράζεται με τη Λανφίαρ.

Εκείνη η Νυνάβε αλ’Μεάρα όμως... Ήθελε να την τιμωρήσει, να την κάνει να την ικετεύει. Θα τη νικούσε στη σάρκα, κι ίσως να ζητούσε από τον Μέγα Άρχοντα να της χαρίσει την αθανασία, ώστε η Νυνάβε να μετανιώνει παντοτινά που τα είχε βάλει με τη Μογκέντιεν. Η Νυνάβε και η Ηλαίην μηχανορραφούσαν με τη Μπιργκίτε, ε; Άλλη μια, την οποία είχε λόγους να τιμωρήσει. Η Μπιργκίτε δεν ήξερε καν ποια ήταν η Μογκέντιεν, πριν από τόσο καιρό, στην Εποχή των Θρύλων, όταν είχε ανατρέψει το λεπτοδουλεμένο σχέδιο που είχε καταστρώσει η δεύτερη για να παγιδεύσει τον Λουζ Θέριν. Η Μογκέντιεν όμως την ήξερε. Μόνο που η Μπιργκίτε —η Τήντρα, έτσι λεγόταν τότε― είχε πεθάνει προτού πέσει στα χέρια της Μογκέντιεν. Ο θάνατος δεν ήταν τιμωρία, δεν ήταν τέλος, όταν σήμαινε ότι θα ζούσε ξανά εδώ.

Η Νυνάβε αλ’Μεάρα, η Ηλαίην Τράκαντ, και η Μπιργκίτε. Θα τις έβρισκε αυτές τις τρεις, και θα τους έδινε ένα μάθημα. Από τις σκιές, ώστε να μην ξέρουν τι συνέβαινε παρά μόνο όταν θα ήταν πολύ αργά. Και στις τρεις, δίχως εξαίρεση.

Εξαφανίστηκε, και τα λάβαρα συνέχισαν να κυματίζουν στον Τελ’αράν’ριοντ.

26

Σάλι Ντάερα

Το φωτοστέφανο τη μεγαλοσύνης, γαλάζιο και χρυσό, τρεμόπαιζε ιδιότροπα γύρω από το κεφάλι του Λογκαίν, μολονότι αυτός καθόταν καμπουριασμένος στη σέλα. Η Μιν δεν καταλάβαινε γιατί εμφανιζόταν όλο και πιο συχνά τώρα τελευταία. Ο άνθρωπος δεν έκανε καν τον κόπο να σηκώσει το βλέμμα από τα αγριόχορτα μπροστά στο μαύρο φαρί του, για να κοιτάξει τους χαμηλούς, δασώδεις λόφους που κυμάτιζαν ολόγυρά τους.

Οι άλλες δύο γυναίκες ήταν λίγο πιο μπροστά, η Σιουάν αδέξια όπως πάντα πάνω στη δασύτριχη Μπέλα, η Ληάνε καθοδηγώντας επιδέξια τη σταχτιά φοράδα της περισσότερο με τα γόνατα παρά με τα γκέμια. Μοναδικό σημάδι ότι εδώ υπήρχε κάποτε δρόμος ήταν μια αφύσικα ίσια κορδέλα από φτέρες που ξεπρόβαλλαν από το σκεπασμένο με φύλλα έδαφος του δάσους. Οι δαντελωτές φτέρες ήταν μαραμένες και τα μουχλιασμένα φύλλα άφηναν ξερούς ψιθύρους και τριγμούς κάτω από τις οπλές των αλόγων. Τα πυκνοπλεγμένα κλαριά πρόσφεραν κάποιο καταφύγιο από το μεσημεριάτικο ήλιο, όμως ήταν κάθε άλλο παρά δροσερά. Ο ιδρώτας ξέπλενε το πρόσωπο της Μιν, παρά το περιστασιακό αεράκι που έπνεε από πίσω τους.

Εδώ και δεκαπέντε μέρες προχωρούσαν δυτικά και νότια από το Λάγκαρντ, με μόνο οδηγό την επιμονή της Σιουάν ότι ήξερε ακριβώς πού πήγαιναν. Όχι ότι τους το είχε αποκαλύψει, βεβαίως· η Σιουάν και η Ληάνε είχαν αμπαρώσει τα στόματά τους. Η Μιν δεν ήταν καν σίγουρη αν η Ληάνε ήξερε πράγματι. Δεκαπέντε μέρες, ενώ οι πόλεις και τα χωριά γίνονταν λιγότερα και αραιότερα, ώσπου τελικά δεν είχε μείνει τίποτα. Μέρα με τη μέρα ο Λογκαίν καμπούριαζε περισσότερο και μέρα με τη μέρα το φωτοστέφανο εμφανιζόταν συχνότερα. Στην αρχή, ο Λογκαίν μουρμούριζε ότι κυνηγούσαν τον Φύλακα της Ομίχλης, όμως η Σιουάν είχε επανακτήσει την ηγεσία, καθώς ο Λογκαίν κλεινόταν στον εαυτό του. Τις έξι τελευταίες μέρες δεν είχε καν τη δύναμη να ενδιαφερθεί πού πήγαιναν και πότε επιτέλους θα έφταναν.