«Ακόμα τα ίδια είναι», είπε υπομονετικά η Μιν. Η Σιουάν δεν έλεγε να καταλάβει ή να πιστέψει, όσες φορές κι αν της το έλεγε, ούτε και η Ληάνε. Δεν θα είχε σημασία, αν δεν είχε δει την αύρα από την πρώτη θέαση της στην Ταρ Βάλον. Αν ο Λογκαίν κειτόταν στο δρόμο, αφήνοντας τον επιθανάτιο ρόγχο του, η Μιν θα έβαζε στοίχημα όλα της τα χρήματα ότι θα γιατρευόταν θαυματουργά. Ότι κάποια Άες Σεντάι θα εμφανιζόταν να τον Θεραπεύσει. Ότι κάτι θα γινόταν. Αυτά που έβλεπε ήταν πάντα αληθινά. Πάντα συνέβαιναν. Το ήξερε με τον ίδιο τρόπο που ήξερε την πρώτη φορά που είχε δει τον Ραντ αλ’Θόρ ότι θα τον ερωτευόταν απελπισμένα, τρελά, με τον ίδιο τρόπο που ήξερε ότι θα αναγκαζόταν να τον μοιραστεί με δύο άλλες γυναίκες. Ο Λογκαίν ήταν προορισμένος για μια δόξα που ελάχιστοι άνθρωποι είχαν ονειρευτεί.
«Μη μου μιλάς μ’ αυτόν τον τόνο», είπε η Σιουάν και τα γαλανά μάτια της άστραψαν. «Μας φτάνει που πρέπει να ταΐζουμε με το κουταλάκι αυτόν τον τριχωτό κυπρίνο, δεν θα έχουμε κι εσένα από πάνω να γκρινιάζεις σαν ψαροπούλι το χειμώνα. Εκείνον είμαι υποχρεωμένη να τον ανέχομαι, μικρούλα, αλλά μη μου δυσκολεύεις τη ζωή κι εσύ, γιατί θα το μετανιώσεις πικρά. Έγινα κατανοητή;»
«Ναι, Μάρα». Τουλάχιστον, θα μπορούσες να το πεις σαρκαστικά, σκέφτηκε με περιφρόνηση. Μην είσαι δειλή σαν χήνα. Της Ληάνε της το ξέκοψες κατάμουτρα. Η Ντομανή της είχε προτείνει όσα συζητούσαν να τα εξασκήσει σε έναν πεταλωτή στο τελευταίο χωριό που είχαν περάσει. Ήταν ένας ψηλός ομορφονιός με δυνατά χέρια, που δεν πολυχαμογελούσε, αλλά έστω κι έτσι... «Θα προσπαθήσω να μην γκρινιάζω». Το χειρότερο ήταν πως καταλάβαινε ότι το έλεγε με ειλικρίνεια. Η Σιουάν τέτοια επίδραση ασκούσε πάνω σου. Η Μιν δεν μπορούσε ούτε καν να φανταστεί τη Σιουάν να συζητά πώς να χαμογελά στους άνδρες. Η Σιουάν θα κοιτούσε τον άνδρα κατάματα, θα του έλεγε τι να κάνει και θα περίμενε άμεση υπακοή. Όπως έκανε μ’ όλο τον κόσμο. Αν φερόταν αλλιώς, όπως με τον Λογκαίν, απλώς σήμαινε ότι δεν θεωρούσε το ζήτημα αρκετά σημαντικό για να τον πιέσει.
«Δεν είναι πολύ μακριά, ε;» είπε κοφτά η Ληάνε. Την άλλη φωνή τη φύλαγε για τους άνδρες. «Δε μου αρέσει η όψη του και, αν χρειαστεί να σταματήσουμε πάλι για να περάσουμε τη νύχτα... Το πρωί δε βοηθούσε σχεδόν καθόλου και, αν χειροτερέψει, δεν ξέρω πώς θα μπορέσουμε να τον ξανανεβάσουμε στη σέλα».
«Δεν είναι μακριά, αν είναι σωστές οι τελευταίες οδηγίες που είχα». Η Σιουάν έδειχνε εκνευρισμένη. Είχε ρωτήσει στο τελευταίο εκείνο χωριό, πριν από δυο μέρες —φυσικά, δεν είχε αφήσει τη Μιν να ακούσει· ο Λογκαίν δεν είχε δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον― και δεν της άρεσε να της το θυμίζουν. Η Μιν δεν καταλάβαινε γιατί. Η Σιουάν αποκλείεται να πίστευε ότι η Ελάιντα τις ακολουθούσε.
Κι η ίδια έλπιζε να μην ήταν μακριά. Δεν μπορούσαν να είναι σίγουρες πόσο νότια είχαν κατέβει αφότου είχαν αφήσει το δρόμο προς την Τζεχάνα. Οι περισσότεροι χωρικοί ήξεραν μόνο τις κοντινότερες πόλεις και είχαν αμυδρή μόνο ιδέα για το πού βρισκόταν το χωριό τους σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Όταν όμως η συντροφιά τους είχε διασχίσει τον Μανεθερεντρέλε και είχαν μπει στην Αλτάρα, λίγο προτού τις πάρει η Σιουάν από τον πολυταξιδεμένο δρόμο, εκείνος ο ηλικιωμένος περαματάρης με το ταλαιπωρημένο πρόσωπο μελετούσε για κάποιο λόγο ένα φθαρμένο χάρτη, ένα χάρτη που έδειχνε μέχρι και τα Όρη της Ομίχλης. Και, αν η Μιν δεν έκανε λάθος στην εκτίμηση της, θα έφταναν σε άλλο ένα πλατύ ποτάμι ύστερα από ελάχιστα μίλια. Ή στον Μπερν, που θα σήμαινε ότι βρίσκονταν ήδη στην Γκεάλνταν, όπου υπήρχε ο Προφήτης και οι όχλοι του, ή στον Έλνταρ, με την Αμαδισία και τους Λευκομανδίτες στην αντίπερα όχθη.
Προσωπικά, θα στοιχημάτιζε στην Γκεάλνταν, κι ας ήταν εκεί ο Προφήτης, αλλά ακόμα κι αυτό θα ήταν έκπληξη, αν πράγματι τις πλησίαζαν. Μόνο ένας βλάκας θα περίμενε να βρει σύναξη των Άες Σεντάι τόσο κοντά στην Αμαδισία, και η Σιουάν κάθε άλλο παρά βλάκας ήταν. Είτε βρίσκονταν στην Γκεάλνταν είτε στην Αλτάρα, η Αμαδισία δεν πρέπει να απείχε πολλά μίλια.
«Το ειρήνεμα κάποια στιγμή θα τον επηρέαζε», μουρμούρισε η Σιουάν. «Μακάρι μόνο να αντέξει μερικές μέρες ακόμα...» Η Μιν δεν άνοιξε το στόμα της· αφού η άλλη δεν την άκουγε, δεν είχε νόημα να μιλήσει.
Η Σιουάν κούνησε το κεφάλι και πήρε πάλι το προβάδισμα με την Μπέλα, σφίγγοντας τα γκέμια, σαν να περίμενε ότι η υπομονετική φοράδα θα το έβαζε στα πόδια, και η Ληάνε ξαναπήρε τη βελούδινη φωνή της για να παρηγορήσει τον Λογκαίν. Μπορεί στ’ αλήθεια να έτρεφε συναισθήματα γι’ αυτόν· δεν θα ήταν πιο παράξενο από την επιλογή της Μιν.
Οι δασόφυτοι λόφοι περνούσαν πλάι τους απαράλλαχτοι, όλο δένδρα και χορτάρια κουβαριασμένα μαζί με θάμνους. Οι φτέρες που έδειχναν τον παλιό δρόμο συνέχιζαν να φυτρώνουν ίσια μπροστά σαν πορεία βέλους· η Ληάνε είχε πει ότι το χώμα ήταν αλλιώτικο εκεί που βρισκόταν ο δρόμος, με έναν τόνο σαν να περίμενε ότι η Μιν θα το ήξερε. Μερικές φορές, σκίουροι με φουντωτά αυτιά κοίταζαν την ομάδα και φλυαρούσαν από τα κλαριά και ακούγονταν κελαηδίσματα. Η Μιν δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι πουλιά μπορεί να ήταν. Το Μπάερλον μπορεί να μην ήταν καν πόλη σε σύγκριση με το Κάεμλυν ή με το Δάκρυ, αλλά θεωρούσε τον εαυτό της άνθρωπο της πόλης· τα πουλιά ήταν πουλιά. Και δεν την ένοιαζε σε τι είδους χώμα φυτρώνουν οι φτέρες.