Выбрать главу

Οι αμφιβολίες της ξανάκαναν την εμφάνισή τους. Είχαν ξεμυτίσει μερικές φορές μετά το Κορ Σπρινγκς, αλλά τότε ήταν ευκολότερο να τις διώξει. Μετά το Λάγκαρντ, ανάβλυζαν πιο συχνά στην επιφάνεια και η Μιν έπιανε τον εαυτό της να μελετά τη Σιουάν με τρόπους που κάποτε δε θα τολμούσε. Όχι ότι είχε το θάρρος να αντιμετωπίσει μ’ αυτούς τη Σιουάν, φυσικά· την πίκραινε που το παραδεχόταν, ακόμα και στον εαυτό της. Ίσως όμως η Σιουάν πραγματικά να ήξερε πού πήγαινε. Μπορούσε να λέει ψέματα, εφόσον το σιγάνεμα την είχε αποδεσμεύσει από τους Τρεις Όρκους. Ίσως να έλπιζε ακόμα ότι, αν συνέχιζε να ψάχνει, θα έβρισκε κάποιο ίχνος αυτού που ήθελε απελπισμένα να εντοπίσει. Με το δικό της τρόπο, που ήταν σίγουρα αλλόκοτος, η Ληάνε είχε αρχίσει να πλάθει τη ζωή της, αφήνοντας κατά μέρος τις έγνοιες της εξουσίας και της Δύναμης και του Ραντ. Όχι ότι τα είχε εγκαταλείψει παντελώς αυτά, όμως, κατά τη γνώμη της Μιν, για τη Σιουάν δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Όλη η ζωή της ήταν ο Λευκός Πύργος και ο Αναγεννημένος Δράκοντας, και θα τα διατηρούσε, ακόμα κι αν χρειαζόταν να πει ψέματα στον εαυτό της.

Η δασώδης περιοχή έδωσε τη θέση της σε ένα μεγάλο χωριό τόσο απότομα, που η Μιν έμεινε να το χαζεύει. Βελανιδιές και στύρακες και καχεκτικά πεύκα —τα δένδρα που ήξερε να αναγνωρίσει― έφταναν πολύ κοντά, ακόμα και στα πενήντα βήματα απόσταση από σπίτια ριζωμένα στους χαμηλούς λόφους, με καλαμοσκεπές, φτιαγμένα από στρογγυλεμένες ποταμίσιες πέτρες. Θα έβαζε στοίχημα ότι πριν από ελάχιστο καιρό το δάσος σκέπαζε όλη αυτή την περιοχή. Μάλιστα, αρκετά δένδρα πετιόνταν, σχηματίζοντας στενές συστάδες ανάμεσα στα σπίτια, στριμώχνονταν στους τοίχους, ενώ πού και πού κάποια κομμένα κούτσουρα στέκονταν μπροστά σε προσόψεις σπιτιών. Οι δρόμοι είχαν ακόμα την όψη της φρεσκοσκαμμένης γης κι όχι τη σκληρή πατημένη επιφάνεια, που ήταν το αποτέλεσμα γενιών περαστικών. Υπήρχαν άνδρες που φορούσαν πουκάμισα και άπλωναν καλαμοσκεπές σε τρεις μεγάλους πέτρινους κύβους που πρέπει να ήταν πανδοχεία —το ένα μάλιστα είχε πάνω από την πόρτα να κρέμεται το λείψανο μιας ξεθωριασμένης, ανεμοδαρμένης ταμπέλας·αλλά, όπου κι αν κοίταξε η Μιν, δεν είδε απομεινάρια από παλιότερες καλαμοσκεπές. Υπήρχαν υπερβολικά πολλές γυναίκες σε σύγκριση με τον αριθμό των ανδρών κι ελάχιστα παιδιά να παίζουν σε σύγκριση με τον αριθμό των γυναικών. Το μοναδικό φυσιολογικό σ’ αυτό το μέρος ήταν η ευωδιά των φαγητών που μαγειρεύονταν.

Αν η πρώτη ματιά ξάφνιασε τη Μιν, όταν είδε τι πραγματικά έβλεπε, παραλίγο θα έπεφτε από τη σέλα. Οι νεότερες γυναίκες, που τίναζαν κουβέρτες από παράθυρα ή έτρεχαν για θελήματα, φορούσαν απλά μάλλινα φορέματα, όμως κανένα χωριό, οποιουδήποτε μεγέθους, δεν είχε ποτέ τόσες γυναίκες με φορέματα ιππασίας από μετάξι ή φίνο μαλλί, σε κάθε πιθανό χρώμα και στυλ. Γύρω απ’ αυτές τις γυναίκες, και γύρω από τους περισσότερους άνδρες, αύρες και εικόνες έπλεαν στο βλέμμα της, αλλάζοντας και τρεμοπαίζοντας· οι περισσότεροι άνθρωποι σπανίως είχαν κάτι να δει, όμως οι Άες Σεντάι και οι Πρόμαχοι σπανίως έμεναν χωρίς αύρα πάνω από μια ώρα. Τα παιδιά πρέπει να ήταν των υπηρετών του Πύργου. Ήταν ελάχιστες οι Άες Σεντάι που παντρεύονταν, όμως η Μιν ήξερε ότι θα κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια για να πάρουν τους υπηρέτες με τις οικογένειές τους από τα μέρη απ’ όπου διέφευγαν και οι ίδιες. Η Σιουάν είχε βρει τη σύναξη που έψαχνε.

Καθώς έμπαιναν στο χωριό, η αταραξία ήταν απόκοσμη. Κανείς δεν μιλούσε. Οι Άες Σεντάι στέκονταν χωρίς να κινούνται, κοιτάζοντάς τις, το ίδιο και οι νεότερες γυναίκες και οι κοπέλες, που πρέπει να ήταν Αποδεχθείσες ή και μαθητευόμενες. Οι άνδρες, που πριν από μια στιγμή κινούνταν με χάρη λύκου, τώρα ήταν ασάλευτοι· άλλοι είχαν το χέρι στα καλάμια, άλλοι μέσα σε πόρτες, αναμφίβολα εκεί που είχαν κρύψει τα όπλα τους. Τα παιδιά εξαφανίστηκαν, καθώς κάποιοι, που πρέπει να ήταν υπηρέτες, τα έπαιρναν βιαστικά. Κάτω απ’ όλα αυτά τα στυλωμένα βλέμματα, η Μιν ένιωσε να ορθώνονται οι τρίχες του λαιμού της.

Η Ληάνε φαινόταν ταραγμένη, ρίχνοντας λοξές ματιές στους ανθρώπους που προσπερνούσαν, αλλά η Σιουάν παρέμεινε γαλήνια και με το πρόσωπο ασυννέφιαστο, καθώς οδηγούσε την ομάδα κατευθείαν στο μεγαλύτερο πανδοχείο, εκείνο με τη δυσανάγνωστη επιγραφή, κατεβαίνοντας με κάποιο κόπο για να δέσει την Μπέλα στο σιδερένιο κρίκο ενός πέτρινου πασσάλου που έμοιαζε να έχει στηθεί εκεί πρόσφατα. Η Μιν βοήθησε τη Ληάνε να κατεβάσει τον Λογκαίν από το άλογο —η Σιουάν δεν άπλωνε το χέρι της να βοηθήσει ούτε να τον ανεβάσουν ούτε να τον κατεβάσουν― και δεν μπορούσε να συγκρατήσει το βλέμμα της που τιναζόταν πέρα-δώθε. Όλοι κοίταζαν, κανένας δεν μιλούσε. «Δεν περίμενα να με προϋπαντήσουν σαν χαμένη θυγατέρα», μουρμούρισε στην άλλη, «όμως γιατί δεν λέει κανείς έστω ένα γεια;»