Выбрать главу

Προτού προλάβει να απαντήσει η Ληάνε —αν σκόπευε να απαντήσει― η Σιουάν είπε, «Μη σταματάτε να κάνετε κουπί τώρα που είδαμε στεριά. Φέρτε τον». Χώθηκε μέσα στο κτήριο, ενώ η Μιν και η Ληάνε ακόμα οδηγούσαν τον Λογκαίν στην πόρτα. Αυτός προχωρούσε εύκολα, όταν όμως σταμάτησαν να τον σπρώχνουν, έκανε ένα βήμα και σταμάτησε.

Η κοινή αίθουσα δεν έμοιαζε με καμία απ’ όσες είχε δει ποτέ η Μιν. Τα πλατιά τζάκια ήταν κρύα· το γυψωμένο ταβάνι έμοιαζε σάπιο κι είχε τρύπες μεγάλες σαν το κεφάλι της απ’ όπου φαίνονταν τα σανίδια. Αταίριαστα τραπέζια κάθε λογής και μεγέθους ήταν απλωμένα στο τραχύ από τα χρόνια πάτωμα που το σκούπιζαν αρκετές κοπέλες. Γυναίκες με αγέραστα πρόσωπα κάθονταν κι εξέταζαν περγαμηνές, δίνοντας διαταγές σε Προμάχους, μερικοί εκ των οποίων φορούσαν τους μανδύες τους, που άλλαζαν χρώματα, ή σε άλλες γυναίκες, που μερικές πρέπει να ήταν Αποδεχθείσες ή μαθητευόμενες. Υπήρχαν κι άλλες, οι οποίες παραήταν μεγάλες για να είναι ή το ένα ή το άλλο, οι μισές με γκρίζα μαλλιά και φανερά τα σημάδια των γηρατειών, όπως και άνδρες που προφανώς δεν ήταν Πρόμαχοι κι έτρεχαν σαν να μετέφεραν μηνύματα ή έφερναν περγαμηνές ή κύπελλα με κρασί στις Άες Σεντάι. Το σούσουρο έδινε μια ικανοποιητική ατμόσφαιρα εργασίας για κάποιο σκοπό. Αύρες και εικόνες χόρευαν στην αίθουσα, στεφανώνοντας κεφάλια, τόσες πολλές που προσπάθησε να τις αγνοήσει προτού την πνίξουν. Δεν ήταν εύκολο, όμως ήταν ένα κόλπο που είχε αναγκαστεί να μάθει για να το χρησιμοποιεί όταν βρισκόταν κοντά σε πολλές Άες Σεντάι.

Τέσσερις Άες Σεντάι βγήκαν μπροστά για να συναντήσουν τους νεοαφιχθέντες, με κινήσεις όλο κομψότητα και γαλήνη, καθώς φορούσαν φούστες σχιστές για ιππασία. Η Μιν, βλέποντας τα γνώριμα χαρακτηριστικά τους, ένιωσε σαν να έφτανε στο σπίτι της ύστερα από ναυάγιο.

Τα γερτά πράσινα μάτια της Σέριαμ καρφώθηκαν αμέσως στο πρόσωπο της Μιν. Ασημογάλανες ακτίνες άστραφταν γύρω από τα πυρόξανθα μαλλιά της, και ένα μαλακό χρυσό φως· η Μιν δεν ήξερε να πει τι σήμαιναν. Ήταν κάπως παχουλή, φορούσε σκούρο μπλε μετάξι κι αυτή τη στιγμή ήταν η προσωποποίηση της αυστηρότητας. «Θα χαιρόμουν περισσότερο που σε βλέπω, παιδί μου, αν ήξερα πώς ανακάλυψες την παρουσία μας εδώ, και αν είχα κάποια εξήγηση για την κοκορόμυαλη ιδέα που σου κατέβηκε να τον φέρεις εδώ». Πέντ’ έξι Πρόμαχοι είχαν ζυγώσει εκεί, με τα χέρια στις λαβές των σπαθιών τους, τα βλέμματα στυλωμένα στον Λογκαίν· εκείνος δεν έδειχνε να τους βλέπει καν.

Η Μιν έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Γιατί ρωτούσαν αυτήν; «Η κοκορόμυαλη ιδέα μου―» Δεν πρόφτασε να πει τίποτα άλλο.

«Θα ήταν προτιμότερο», τη διέκοψε με παγερό τόνο η χλωμοπρόσωπη Καρλίνυα, «αν ήταν νεκρός, όπως λένε οι φήμες». Δεν ήταν η παγωνιά του θυμού, αλλά της ψυχρής λογικής. Ήταν του Λευκού Άτζα. Το φόρεμά της, που είχε φιλντισένια απόχρωση, έμοιαζε φθαρμένο. Για μια στιγμή, η Μιν είδε την εικόνα ενός κορακιού να αιωρείται πλάι στα μελαχρινά μαλλιά της· περισσότερο έμοιαζε με ζωγραφιά παρά με ζωντανό κοράκι. Της φάνηκε πως ήταν τατουάζ, αλλά δεν καταλάβαινε το νόημά του. Συγκεντρώθηκε στα πρόσωπα, προσπάθησε να μην κοιτάζει τίποτα άλλο. «Εν πάση περιπτώσει, μοιάζει σχεδόν νεκρός», συνέχισε η Καρλίνυα, σχεδόν χωρίς ανάσα. «Ό,τι και να σκεφτόσουν, έκανες άδικο κόπο. Αλλά κι εγώ επίσης θα ήθελα να μάθω πώς έφτασες στο Σαλιντάρ».

Η Σιουάν και η Ληάνε στέκονταν εκεί ανταλλάζοντας αυτάρεσκες, κεφάτες ματιές, ενώ οι Άες Σεντάι συνέχιζαν ακάθεκτες. Δεν τις κοίταζαν καν.

Η Μυρέλ, μελαχρινή και όμορφη μέσα στο πράσινο μεταξωτό φόρεμα της, που στο μπούστο είχε κεντημένες λοξές χρυσές γραμμές, με τέλειο οβάλ πρόσωπο, συνήθως είχε ένα χαμόγελο όλο γνώση που συναγωνιζόταν τα καινούρια κόλπα της Ληάνε. Τώρα όμως δεν χαμογελούσε, καθώς έσπευδε να μιλήσει μετά τη Λευκή αδελφή. «Μίλα πια, Μιν. Μη στέκεσαι χάσκοντας σαν αργόστροφη». Ακόμα και μεταξύ των Πράσινων, διακρινόταν για τον ευέξαπτο χαρακτήρα της.

«Πρέπει να μας πεις», πρόσθεσε η Ανάγια, με κάπως πιο καλοσυνάτη φωνή. Η οποία όμως είχε μια δόση αγανάκτησης. Ήταν γυναίκα με αδρά χαρακτηριστικά και με μητρικό ύφος, παρά τη δροσιά των Άες Σεντάι στο πρόσωπό της, κι εκείνη τη στιγμή έσιαζε τα ανοιχτόγκριζα φουστάνια της, μοιάζοντας με μητέρα που πάσχιζε να μην καταφύγει στην τιμωρία της βέργας. «Θα σου βρούμε μέρος να μείνεις, όπως και για τα δύο άλλα κορίτσια, αλλά πρέπει να μας πεις πώς έφτασες εδώ».