Η Μιν τίναξε το κεφάλι απότομα κι έκλεισε το στόμα. Φυσικά. Τα δύο άλλα κορίτσια. Είχε συνηθίσει την τωρινή εμφάνισή τους και δεν σκεφτόταν πια πόσο είχαν αλλάξει. Αμφέβαλλε αν αυτές εδώ οι γυναίκες είχαν δει τις δυο τους από τότε που τις είχαν κλείσει στα μπουντρούμια του Λευκού Πύργου. Η Ληάνε έμοιαζε έτοιμη να βάλει τα γέλια, και η Σιουάν παραλίγο θα κουνούσε το κεφάλι με αηδία για τις Άες Σεντάι.
«Δεν είμαι εγώ αυτή, στην οποία πρέπει να της μιλήσετε», είπε η Μιν στη Σέριαμ. Έτσι για αλλαγή, ας κοιτάξουν με τέτοιο βλέμμα «τα δύο άλλα κορίτσια». «Ρώτα τη Σιουάν ή τη Ληάνε». Εκείνες την κοίταξαν σαν να ’χε τρελαθεί, ώσπου έκανε νόημα με το κεφάλι στις δύο συντρόφισσές της.
Τέσσερα ζευγάρια μάτια των Άες Σεντάι στράφηκαν στις άλλες, όμως δεν ακολούθησε ακαριαία αναγνώριση. Τις περιεργάστηκαν και συνοφρυώθηκαν και αντάλλαξαν ματιές. Κανένας Πρόμαχος δεν τράβηξε το βλέμμα από τον Λογκαίν ή το χέρι από το σπαθί.
«Ίσως το σιγάνεμα να έχει τέτοιο αποτέλεσμα», μουρμούρισε τελικά η Μυρέλ. «Έχω διαβάσει αναφορές που αυτό αφήνουν να εννοηθεί».
«Τα πρόσωπα μοιάζουν σε πολλά σημεία», είπε αργά η Σέριαμ. «Θα μπορούσε κανείς να βρει γυναίκες που μοιάζουν πολύ με κείνες, γιατί όμως;»
Η Σιουάν και η Ληάνε δεν είχαν πια αυτάρεσκο ύφος. «Είμαστε αυτές που είμαστε», είπε κοφτά η Ληάνε. «Ανακρίνετε μας. Κανένας απατεώνας δεν θα ήξερε ό,τι ξέρουμε».
Η Σιουάν δεν είχε υπομονή για ερωτήσεις. «Μπορεί το πρόσωπό μου να άλλαξε, όμως τουλάχιστον εγώ ξέρω τι κάνω και γιατί. Πάω στοίχημα ότι δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο και για σας».
Η Μιν βόγκηξε με το σκληρό τόνο της, όμως η Μυρέλ ένευσε, λέγοντας, «Είναι η φωνή της Σιουάν Σάντσε. Αυτή είναι».
«Και οι φωνές αλλάζουν με την εκπαίδευση», είπε η Καρλίνυα, ακόμα ψύχραιμη και γαλήνια.
«Μα πόσο μπορείς να εκπαιδεύσεις τις αναμνήσεις;» Η Ανάγια έσμιξε τα φρύδια με αυστηρό ύφος. «Σιουάν —αν είσαι εκείνη― στην εικοστή δεύτερη επέτειο του ονοματίσματός σου είχαμε διαφωνήσει, εσύ κι εγώ. Πού συνέβη αυτό και ποια η έκβαση;»
Η Σιουάν χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση στη γυναίκα με το μητρικό ύφος. «Σε μια διάλεξη σου προς τις Αποδεχθείσες, σχετικά με το λόγο για τον οποίο τα έθνη που σχηματίστηκαν από την αυτοκρατορία του Άρτουρ του Γερακόφτερου δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν μετά το θάνατό του. Ακόμα διαφωνώ μαζί σου σε ορισμένα σημεία, παρεμπιπτόντως. Το αποτέλεσμα ήταν ότι επί δυο μήνες δούλευα τρεις ώρες τη μέρα στα μαγειρεία. “Με την ελπίδα πως η ζέστη θα υπερνικήσει και θα καταβάλει τη φλόγα σου”, αυτό νομίζω ότι είπες».
Αν πίστευε ότι μια απάντηση θα ήταν αρκετή, έκανε λάθος. Η Ανάγια είχε κι άλλες ερωτήσεις, και για τις δύο γυναίκες, το ίδιο επίσης η Καρλίνυα και η Σέριαμ, που κατά τα φαινόμενα ήταν μαθητευόμενες και Αποδεχθείσες μαζί με τις δύο τους. Οι ερωτήσεις αφορούσαν πράγματα που κανένας απατεώνας δεν θα μπορούσε να μάθει· πού είχαν μπλέξει, τι σκανταλιές, πετυχημένες και μη, είχαν κάνει, τι γνώμη επικρατούσε γενικά για διάφορες δασκάλες Άες Σεντάι. Η Μιν δεν μπορούσε να πιστέψει ότι οι γυναίκες που κάποια μέρα θα γίνονταν Έδρα της Άμερλιν και Τηρήτρια των Χρονικών έμπλεκαν σε τόσες αναποδιές, όμως είχε την εντύπωση ότι αυτά που άκουγε ήταν μονάχα η κορυφή ενός θαμμένου βουνού, και, όπως φαινόταν, ούτε και η Σέριαμ ήταν καμιά αθώα περιστερά. Η Μυρέλ, που ήταν κατά πολλά χρόνια νεότερη, περιορίστηκε να σχολιάζει με χαμόγελο, ώσπου η Σιουάν είπε κάτι για την πέστροφα που είχε βάλει κάποια στο μπάνιο της Σαρόγια Σεντάι και για μια μαθητευόμενη που επί μισό χρόνο ήταν τιμωρία για να μάθει να φέρεται. Όχι ότι η Σιουάν μπορούσε να μιλάει αφ’ υψηλού για τη συμπεριφορά άλλων. Ήταν δυνατόν να είχε πλύνει με φαγουρόχορτο τις πουκαμίσες μιας Αποδεχθείσας, την οποία αντιπαθούσε; Να το έσκαγε στα κρυφά από τον Πύργο για να πάει για ψάρεμα; Ακόμα και οι Αποδεχθείσες χρειάζονταν άδεια για να φύγουν από τον περίβολο του Πύργου, με εξαίρεση συγκεκριμένες ώρες. Η Σιουάν και η Ληάνε μαζί είχαν πάρει έναν κουβά νερό, τον είχαν κρυώσει, για να γίνει σχεδόν πάγος, και τον είχαν βάλει να περιλούσει μια Άες Σεντάι που τις είχε δείρει με βέργα, αδίκως κατά τη γνώμη τους. Κρίνοντας από τη λάμψη στα μάτια της Ανάγια, ήταν τυχερές που δεν τις είχαν ανακαλύψει τότε. Σύμφωνα με όσα ήξερε η Μιν για την εκπαίδευση των μαθητευόμενων και των Αποδεχθεισών επίσης, αυτές οι δυο γυναίκες ήταν τυχερές που τους είχαν επιτρέψει να μείνουν αρκετά στον Πύργο για να γίνουν Άες Σεντάι, πόσο μάλλον που δεν είχαν λιώσει τα κόκαλά τους από το ξύλο.