«Είμαι ικανοποιημένη», είπε τελικά η γυναίκα με το μητρικό ύφος, κοιτώντας τις άλλες.
Η Μυρέλ ένευσε, αφού πρώτα έκανε το ίδιο και η Σέριαμ, όμως η Καρλίνυα είπε, «Υπάρχει ακόμα το ερώτημα τι να τις κάνουμε». Κοίταζε κατάματα τη Σιουάν, χωρίς να βλεφαρίζει, και οι άλλες ξαφνικά έδειξαν αμηχανία. Η Μυρέλ σούφρωσε τα χείλη και η Ανάγια άρχισε να περιεργάζεται το πάτωμα. Η Σέριαμ έσιαξε το φόρεμά της και έμοιαζε να αποφεύγει να κοιτάξει τις νεοφερμένες.
«Ακόμα ξέρουμε ό,τι ξέραμε και πριν», είπε η Ληάνε, σμίγοντας ξαφνικά τα φρύδια, σχεδόν ανήσυχα. «Μπορούμε να φανούμε χρήσιμες».
Η Σιουάν είχε σκοτεινό ύφος —η Ληάνε φαινόταν, αν μη τι άλλο, να διασκεδάζει με την εξιστόρηση των νεανικών παραπτωμάτων και τιμωριών της, όμως της Σιουάν δεν της άρεσε καθόλου που τα έλεγε — όμως, παρά τη σχεδόν αγριωπή ματιά της, η φωνή της ήταν ελάχιστα τεταμένη. «Θέλατε να μάθετε πώς σας βρήκαμε. Ήρθα σε επαφή με μία πράκτορά μου, που επίσης δουλεύει για τις Γαλάζιες, και μου είπε για τη Σάλι Ντάερα».
Η Μιν δεν είχε ιδέα για τη Σάλι Ντάερα —ποια ήταν αυτή;― αλλά η Σέριαμ και οι άλλες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους κι ένευσαν. Η Μιν συνειδητοποίησε ότι η Σιουάν δεν είχε πει μόνο πώς τις είχε βρει, αλλά επίσης ότι είχε ακόμα πρόσβαση στους πληροφοριοδότες που την υπηρετούσαν όταν ήταν Αμερλιν.
«Κάθισε από κει, Μιν», είπε η Σέριαμ στη Μιν, δείχνοντας το μόνο τραπέζι που ήταν άδειο, σε μια άκρη. «Ή μήπως είσαι ακόμα η Ελμιντρέντα; Και πάρε κοντά σου τον Λογκαίν». Μαζί με τις άλλες τρεις, μάζεψαν τη Σιουάν και τη Ληάνε και τις οδήγησαν στο βάθος της κοινής αίθουσας. Αλλες δύο γυναίκες με φορέματα ιππασίας πήγαν μαζί τους προτού χαθούν σε μια πρόσφατα κατασκευασμένη πόρτα από απλάνιστες σανίδες.
Η Μιν αναστενάζοντας, έπιασε τον Λογκαίν από το μπράτσο και τον οδήγησε στο τραπέζι, τον έβαλε να καθίσει σε έναν πρόχειρο πάγκο και κάθισε κι αυτή σε μια ετοιμόρροπη καρέκλα με ίσια ράχη. Δύο Πρόμαχοι πήραν θέση εκεί κοντά, στηριγμένοι στον τοίχο. Δεν έδειχναν να παρακολουθούν τον Λογκαίν, όμως η Μιν ήξερε τους Γκαϊντίν· έβλεπαν τα πάντα και μπορούσαν να ξιφουλκήσουν μέσα σε μια στιγμή, ενώ κοιμούνταν.
Άρα δεν θα τις προϋπαντούσαν με ανοιχτή αγκαλιά, ακόμα και τώρα που είχαν αναγνωρίσει τη Σιουάν και τη Ληάνε. Μα, καλά, τι περίμενε; Η Σιουάν και η Ληάνε ήταν οι δύο ισχυρότερες γυναίκες στον Λευκό Πύργο· τώρα δεν ήταν καν Άες Σεντάι. Οι άλλες πιθανότατα δεν ήξεραν πώς να φερθούν απέναντί τους. Και είχαν έρθει παρέα μ’ έναν ειρηνεμένο ψεύτικο Δράκοντα. Η Σιουάν καλά θα έκανε να είχε πραγματικά κάποιο σχέδιο γι’ αυτόν και να μην ήταν ψέμα ή ευχολόγιο. Η Μιν δεν πίστευε ότι η Σέριαμ και οι άλλες θα έδειχναν την υπομονή που είχε δείξει ο Λογκαίν.
Και, τουλάχιστον, η Σέριαμ την είχε αναγνωρίσει. Σηκώθηκε, ίσα για να κοιτάξει μια στιγμή στο δρόμο από ένα παράθυρο. Τα άλογά τους ήταν ακόμα στους πασσάλους, όμως κάποιος από τους Πρόμαχους που δεν κοίταζαν θα την πρόφταινε προτού καν λύσει τα γκέμια του Γουάιλντροουζ. Την τελευταία εκείνη φορά στον Πύργο, η Σιουάν είχε καταβάλει πολύ κόπο για να τη μεταμφιέσει. Άσκοπα, όπως φαινόταν. Απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει η Μιν, πάντως, καμία εκεί δεν ήξερε για τις ενοράσεις της. Η Σιουάν και η Ληάνε το είχαν κρατήσει κρυφό από τις άλλες. Η Μιν θα χαιρόταν αν δεν άλλαζε αυτό. Αν το μάθαιναν αυτές οι Άες Σεντάι, θα την τύλιγαν στα δίχτυα τους, όπως είχε κάνει η Σιουάν, και δεν θα έφτανε ποτέ της στον Ραντ. Και, αν την κρατούσαν εδώ υπό στενή παρακολούθηση, τότε δεν θα μπορούσε να δείξει όσα είχε μάθει από τη Ληάνε.
Ήταν καλό και σημαντικό που είχε βοηθήσει τη Σιουάν να βρει τη σύναξη των Άες Σεντάι, που είχε βοηθήσει Άες Σεντάι να συνδράμουν τον Ραντ, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν είχε προσωπικούς στόχους. Έπρεπε να κάνει τον άνδρα που δεν της είχε ρίξει δεύτερη ματιά να την ερωτευτεί, προτού χάσει τα λογικά του. Ίσως να ήταν κι αυτή τρελή, όσο του έμελλε να τρελαθεί κι εκείνος. «Τότε θα είμαστε ταιριαστό ζευγάρι», μουρμούρισε.
Μια νεαρούλα πρασινομάτα με φακίδες, που πρέπει να ήταν μαθητευόμενη σταμάτησε στο τραπέζι της. «Θα ήθελες κάτι να φας ή να πιεις; Υπάρχει ζαρκάδι σούπα και άγρια αχλάδια. Μπορεί να ’χει και λίγο τυρί». Κόπιαζε τόσο για να μην κοιτάξει τον Λογκαίν, που ήταν σαν να τον χάζευε με γουρλωμένα μάτια.
«Λίγο αχλάδι και τυρί θα ήταν ωραία», της είπε η Μιν. Τις δύο τελευταίες μέρες είχαν πεινάσει· η Σιουάν είχε καταφέρει να πιάσει μερικά ψάρια σ’ ένα ποταμάκι, αλλά κανονικά κυνηγούσε ο Λογκαίν, όταν δεν έτρωγαν σε πανδοχείο ή φάρμα. Κατά τη γνώμη της, τα ξερά φασόλια δεν ήταν φαγητό. «Και λίγο κρασί, αν υπάρχει. Πρώτα όμως θα ήθελα μερικές πληροφορίες. Πού είμαστε, αν δεν είναι μυστικό κι εδώ; Αυτό το χωριό λέγεται Σαλιντάρ;»