«Στην Αλτάρα. Ο Έλνταρ είναι περίπου ένα μίλι στα δυτικά. Η Αμαδισία είναι από την άλλη μεριά». Η κοπέλα μιμήθηκε αποτυχημένα το μυστηριώδες ύφος των Άες Σεντάι. «Πού καλύτερα να κρύψεις Άες Σεντάι παρά στο μέρος που δεν θα έψαχναν ποτέ;»
«Δεν θα έπρεπε να κρυβόμαστε», ξέσπασε μια νεαρή μελαχρινή σγουρομάλλα, σταματώντας μπροστά τους. Η Μιν την αναγνώρισε, ήταν μια Αποδεχθείσα ονόματι Φαολάιν· ήταν από κείνες που θα περίμενε να έχουν μείνει στον Πύργο. Απ’ όσο ήξερε η Μιν, της Φαολάιν δεν της άρεσε κανένας και τίποτα, και συχνά έλεγε ότι θα διάλεγε το Κόκκινο Άτζα, όταν θα γινόταν πλήρης Άες Σεντάι. Μια τέλεια οπαδός της Ελάιντα. «Γιατί ήρθες εδώ; Μ’ αυτόν! Γιατί ήρθε εκείνη;» Η Μιν δεν είχε καμία αμφιβολία ποια εννοούσε. «Είναι δικό της το φταίξιμο που πρέπει να κρυβόμαστε. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι βοήθησε τον Μάζριμ Τάιμ να δραπετεύσει, αλλά, αφού ήρθε εδώ μ’ αυτόν, μπορεί να το έκανε».
«Αρκετά, Φαολάιν», είπε στη στρογγυλοπρόσωπη Αποδεχθείσα μια λεπτή γυναίκα με έναν καταρράχτη μελαχρινών μαλλιών, που έφτανε ως τη μέση της. Η Μιν σαν να θυμόταν αυτή τη γυναίκα με το σκουρόχρυσο μεταξωτό φόρεμα ιππασίας. Εντεσίνα. Κίτρινη, αν δεν έκανε λάθος. «Πήγαινε στις δουλειές σου», είπε η Εντεσίνα. «Κι αν είναι να φέρεις φαγητό, Ταμπίγια, φέρ’ το». Η Εντεσίνα δεν ακολούθησε με το βλέμμα τη μουτρωμένη γονυκλισία της Φαολάιν —η μαθητευόμενη έκανε μια καλύτερη κι έφυγε βιαστικά― αλλά ακούμπησε το χέρι στο κεφάλι του Λογκαίν. Εκείνος, με το βλέμμα στο τραπέζι, δεν φάνηκε να το προσέχει.
Στα μάτια της Μιν ξαφνικά εμφανίστηκε ένα ασημένιο κολάρο, στενό γύρω από το λαιμό της Άες Σεντάι, κι εξίσου απότομα έγινε χίλια κομμάτια. Η Μιν ανατρίχιασε. Δεν της άρεσε να βλέπει εικόνες που είχαν σχέση με τους Σωντσάν. Τουλάχιστον, η Εντεσίνα με κάποιον τρόπο θα δραπέτευε. Ακόμα κι αν η Μιν ήταν διατεθειμένη να φανερωθεί, δεν είχε νόημα να την προειδοποιήσει· δεν θα άλλαζε τίποτα.
«Είναι το ειρήνεμα», είπε ύστερα από μια στιγμή η γυναίκα. «Φαντάζομαι ότι δεν έχει πια τη βούληση να ζήσει. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτόν. Και να μπορούσα, δεν ξέρω αν θα έπρεπε». Η ματιά που έριξε στη Μιν προτού φύγει ήταν κάθε άλλο παρά φιλική.
Μια κομψή, επιβλητική γυναίκα με βυσσινί μεταξωτό φόρεμα κοντοστάθηκε λίγα μέτρα παραπέρα, εξετάζοντας ψυχρά τη Μιν και τον Λογκαίν με ανέκφραστο βλέμμα. Η Κιρούνα ήταν Πράσινη, με αριστοκρατικούς τρόπους· ήταν αδελφή του Βασιλιά του Άραφελ, όπως είχε ακούσει η Μιν, αλλά της είχε φερθεί φιλικά στον Πύργο. Η Μιν χαμογέλασε, όμως εκείνα τα μεγάλα μαύρα μάτια πέρασαν από πάνω της δίχως να την αναγνωρίσουν, και η Κιρούνα βγήκε με λυγερές κινήσεις από το πανδοχείο, και τέσσερις Πρόμαχοι, κάθε λογής άνδρες, που όμως όλοι είχαν εκείνον τον απειλητικό τρόπο να κινούνται, ξαφνικά την ακολούθησαν.
Η Μιν, περιμένοντας το φαγητό της, ευχήθηκε η Σιουάν και η Ληάνε να είχαν τύχει θερμότερης υποδοχής.
27
Επίδειξη Σεμνότητας
Δεν έχετε πηδάλιο», είπε η Σιουάν στις έξι γυναίκες που κάθονταν αντικριστά της σε καρέκλες έξι διαφορετικών ειδών. Ολόκληρο το δωμάτιο ήταν ένα παράταιρο συνονθύλευμα. Δύο μεγάλα τραπέζια κουζίνας κολλητά στους τοίχους είχαν πένες και μελανοδοχεία και βαζάκια με άμμο βαλμένα ίσια. Αταίριαστες λάμπες, μερικές από βερνικωμένο πηλό και άλλες επίχρυσες, και κεριά χοντρά και λεπτά και μακριά και κοντά, όλα έτοιμα να προσφέρουν φως τη νύχτα. Ένα απολειφάδι Ιλιανού μεταξωτού χαλιού, με πλούσια γαλάζια και κόκκινα και χρυσά χρώματα, ήταν απλωμένο στο πάτωμα από τραχιές, φθαρμένες σανίδες. Η Σιουάν και η Ληάνε κάθονταν με το χαλί να τις χωρίζει από τις άλλες, με τέτοιον τρόπο ώστε όλα τα βλέμματα να εστιάζουν πάνω τους. Τα ανοιχτά παράθυρα, που μερικά είχαν ραγισμένα πατζούρια, ενώ σε άλλα τη θέση των πατζουριών είχαν πάρει λαδωμένα κομμάτια μεταξιού, άφηναν να μπαίνει λίγος αέρας, όχι αρκετός όμως για να μειώσει τη ζέστη. Η Σιουάν σκέφτηκε ότι δεν ζήλευε την ικανότητα αυτών των γυναικών να διαβιβάζουν —σίγουρα το είχε ξεπεράσει τώρα πια― αλλά σίγουρα ζήλευε ότι δεν ίδρωναν. Το πρόσωπό της ήταν κάθιδρο. «Όλη αυτή η δραστηριότητα εκεί έξω είναι μόνο παιχνίδι, βιτρίνα. Μπορεί να ξεγελάτε η μια την άλλη, ίσως ακόμα και τους Γκαϊντίν —αν και στη θέση σας δεν θα το έπαιρνα για σίγουρο― αλλά δεν μπορείτε να με ξεγελάσετε».
Ευχήθηκε να μην είχαν προστεθεί στην ομάδα η Μόρβριν και η Μπεόνιν. Η Μόρβριν δυσπιστούσε στα πάντα, παρά το πράο, σχεδόν αφηρημένο μερικές φορές ύφος της· ήταν μια στιβαρή Καφέ αδελφή, με γκρίζες πινελιές στα μαλλιά, που απαιτούσε έξι πειστήρια προτού πιστέψει ότι το ψάρι έχει λέπια. Κι όσο για την Μπεόνιν, μια νοστιμούλα Γκρίζα με σκούρα μελόχρωμα μαλλιά και γκριζογάλανα μάτια, τόσο μεγάλα που της έδιναν συνεχώς μια έκφραση έκπληξης ― μπροστά στην Μπεόνιν, η Μόρβριν ήταν ευκολόπιστη.