Выбрать главу

«Ευχαριστώ», είπε η Ληάνε, με φωνή μαλακή, σχεδόν τρεμάμενη.

Η Σιουάν τις κοίταξε κάνοντας μια γκριμάτσα. «Ούτε που με ρωτήσατε για τους πληροφοριοδότες που μπορώ να χρησιμοποιήσω». Συμπαθούσε τη Σέριαμ όταν ήταν μαθήτριες μαζί, αν και τα χρόνια και οι θέσεις τους είχαν φέρει κύματα ανάμεσά τους. «Θα “μεριμνήσετε”, ε; Είναι εδώ η Αλντένε;» Η Ανάγια κούνησε το κεφάλι, προτού προλάβει να σταματήσει την κίνηση της. «Το υποψιαζόμουν πως όχι, αλλιώς θα ξέρατε περισσότερα για το τι συμβαίνει. Τις αφήσατε να στέλνουν τις αναφορές στον Πύργο». Τα πρόσωπά τους έδειξαν ότι σιγά-σιγά συνειδητοποιούσαν τι είχε συμβεί· δεν ήξεραν τη θέση της Αλντένε. «Ήμουν επικεφαλής των πληροφοριοδοτών του Γαλάζιου Άτζα, προτού ανακηρυχθώ Αμερλιν». Αλλη μια έκπληξη. «Με λίγη δουλειά, όλες οι Γαλάζιες πληροφοριοδότριες, κι εκείνες επίσης που με υπηρέτησαν όταν ήμουν Αμερλιν, μπορούν να στέλνουν τις αναφορές τους σε σας, με τρόπο ώστε να μην γνωρίζουν τον τελικό αποδέκτη τους». Θα ήθελε πολύ παραπάνω δουλειά απ’ όσο έλεγε, όμως είχε ήδη καταστρώσει στο μυαλό της πώς περίπου θα μπορούσε να γίνει, και προς το παρόν δεν υπήρχε ανάγκη να ξέρουν περισσότερα οι γυναίκες που ήταν μπροστά της. «Και μπορούν να συνεχίσουν να στέλνουν αναφορές στον Πύργο, αναφορές που να περιέχουν ό,τι... θέλετε να πιστέψει η Ελάιντα». Παραλίγο θα έλεγε «ό,τι θέλουμε»· έπρεπε να προσέχει τη γλώσσα της.

Αυτό φυσικά δεν τους άρεσε. Οι γυναίκες που διαχειρίζονταν τα δίκτυα μπορεί να ήταν γνωστές μονάχα σε λίγες, αλλά ήταν όλες Άες Σεντάι. Ανέκαθεν ήταν Άες Σεντάι. Ήταν όμως ο μόνος μοχλός που μπορούσε να χρησιμοποιήσει η Σιουάν, για να μπει στους κύκλους όπου παίρνονταν οι αποφάσεις. Αλλιώς, το πιθανότερο ήταν ότι θα πετούσαν αυτήν και τη Ληάνε σε μια καλύβα με μια υπηρέτρια να τις περιποιείται, και, πιθανόν, αραιά και πού να τις επισκεπτόταν κάποια Άες Σεντάι που ήθελε να εξετάσει γυναίκες που είχαν σιγανευτεί, μέχρι τη μέρα που θα πέθαιναν. Θα πέθαιναν σύντομα υπό αυτές τις συνθήκες.

Φως μου, μπορεί ακόμα και να μας παντρέψουν! Μερικές πίστευαν ότι ο άνδρας και τα παιδιά μπορούσαν να απασχολήσουν μια γυναίκα και να αντικαταστήσουν τη Μία Δύναμη στη ζωή της. Υπήρχαν γυναίκες που είχαν σιγανευτεί αντλώντας υπερβολικά πολύ σαϊντάρ ή δοκιμάζοντας τερ’ανγκριάλ για να βρουν το σκοπό τους, και σε αρκετές από αυτές είχαν παρουσιαστεί άνδρες που θεωρούνταν κατάλληλοι για γάμο. Εφόσον εκείνες που παντρεύονταν πάντα έφευγαν όσο πιο μακριά μπορούσαν από τον Πύργο και από τις αναμνήσεις του, η θεωρία παρέμενε αναπόδειχτη.

«Δεν θα είναι πολύ δύσκολο», είπε με σεμνό ύφος η Ληάνε, «να έρθω σε επαφή με εκείνες που ήταν πληροφοριοδότριές μου προτού γίνω Τηρήτρια. Το σημαντικότερο είναι ότι ως Τηρήτρια των Χρονικών είχα πράκτορες στην ίδια την Ταρ Βάλον». Μερικές άνοιξαν πλατιά τα μάτια από έκπληξη, αν και η Καρλίνυα στένεψε τα δικά της. Η Ληάνε βλεφάρισε, σάλεψε τα πόδια ανήσυχα και χαμογέλασε δειλά. «Πάντα θεωρούσα ότι ήταν ανοησία να δίνουμε περισσότερη προσοχή στο κλίμα που υπήρχε στο Έμπου Νταρ ή στο Μπάνταρ Έμπαν κι όχι στη δική μας πόλη». Σίγουρα θα αντιλαμβάνονταν την αξία των πληροφοριοδοτών στην Ταρ Βάλον.

«Σιουάν». Γέρνοντας μπροστά όπως καθόταν στην καρέκλα με τα χοντρά μπράτσα, η Μόρβριν είπε το όνομα με σταθερή φωνή, σαν να ήθελε να τονίσει το ότι δεν την είχε αποκαλέσει Μητέρα. Το στρογγυλό πρόσωπό της τώρα έδειχνε πείσμα μάλλον παρά νωθρότητα, και η στιβαρότητα του κορμιού της ήταν μια απειλητική μάζα. Όταν ήταν μαθητευόμενη η Σιουάν, η Μόρβριν σπανίως πρόσεχε τις αταξίες των κοριτσιών γύρω της, όταν όμως τις πρόσεχε, αναλάμβανε δράση προσωπικά και οι παραβάτισσες για μέρες δεν μπορούσαν να καθίσουν κανονικά και περπατούσαν με μικρά βηματάκια. «Γιατί να σου επιτρέψουμε να κάνεις ό,τι θέλεις; Σιγανεύτηκες, γυναίκα. Ό,τι κι αν ήσουν κάποτε, δεν είσαι πια Άες Σεντάι. Αν θελήσουμε τα ονόματα αυτών των πρακτόρων, θα μας τα δώσετε». Στην τελευταία φράση υπήρχε ρητή βεβαιότητα· είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, θα τα έλεγαν. Κι αυτό θα έκαναν, αν αυτές οι γυναίκες τα ήθελαν τόσο πολύ.

Η Ληάνε έδειξε να ανατριχιάζει, αλλά η καρέκλα της Σιουάν έτριξε, καθώς ίσιωνε την πλάτη της. «Ξέρω ότι δεν είμαι πια Άμερλιν. Νομίζετε πως δεν ξέρω ότι σιγανεύτηκα; Το πρόσωπό μου άλλαξε, όχι όμως αυτό που είναι μέσα μου. Όσα έχω μάθει υπάρχουν ακόμα στο μυαλό μου. Χρησιμοποιείστε τα! Για την αγάπη του Φωτός, χρησιμοποιήστε με!» Πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει —Που να καώ, δεν θα τις αφήσω να με παραπετάξουν! ― και η Μυρέλ μίλησε μέσα στη σιωπή.

«Τα νευράκια μιας νεαρής συνοδεύουν ένα νεαρό πρόσωπο». Χαμογελώντας, κάθισε στην άκρη μιας καρέκλας με ίσια ράχη που θα στεκόταν μπροστά στο τζάκι κάποιου αγρότη, αν δεν τον ενοχλούσε το βερνίκι που έπεφτε σαν νιφάδες. Το χαμόγελο όμως ήταν διαφορετικό από το συνηθισμένο της, έδειχνε ηρεμία και γνώση μαζί, και τα μαύρα μάτια της, μεγάλα σχεδόν όσο της Μπεόνιν, έδειχναν συμπόνια. «Είμαι βέβαια ότι καμία δεν θέλει να νιώθεις άχρηστη, Σιουάν. Και είμαι βέβαιη ότι όλες θέλουμε να αξιοποιήσουμε στο έπακρο τις γνώσεις σου. Όσα ξέρεις, θα μας σταθούν πολύ χρήσιμα».