«Μια αδελφή που δεν ήταν στον Πύργο», ένευσε η Σέριαμ. «Εξαιρετικά συνετό, Σιουάν. Μπράβο». Πόσο εύκολα μάθαιναν να της χαϊδεύουν το κεφάλι.
Η Μόρβριν έσφιξε τα χείλη. «Δεν θα είναι εύκολο να βρούμε αυτήν που θα διαλέξουμε».
«Η δύναμή της θα περιορίσει τις πιθανότητες». Η Ανάγια κοίταξε τις άλλες. «Όχι μόνο θα είναι ένα καλύτερο σύμβολο, τουλάχιστον για τις άλλες, αλλά επίσης η ισχύς στη Δύναμη συχνά συμβαδίζει με ισχυρή βούληση, και σίγουρα όποια διαλέξουμε θα τη χρειαστεί».
Η Καρλίνυα και η Μπεόνιν ήταν οι τελευταίες που συμφώνησαν.
Η Σιουάν έμεινε ανέκφραστη, με το χαμόγελο από μέσα της. Το σχίσμα του Πύργου είχε αλλάξει πολλά πράγματα, πολλούς τρόπους σκέψης εκτός από το δικό της. Αυτές οι γυναίκες είχαν καθοδηγήσει τις αδελφές που είχαν συγκεντρωθεί εδώ, και τώρα συζητούσαν ποια θα παρουσίαζαν στην καινούρια Αίθουσα του Πύργου, λες και δεν θα έπρεπε να είναι αυτό επιλογή της Αίθουσας. Δεν θα ήταν τόσο δύσκολο να τους μεταδώσει, με μεγάλη λεπτότητα, την πεποίθηση ότι η καινούρια Άμερλιν θα έπρεπε να είναι κάποια που θα μπορούσαν να την καθοδηγήσουν. Και χωρίς να το γνωρίζουν, τόσο αυτές όσο και η Άμερλιν που θα διάλεγε για να την αντικαταστήσει θα καθοδηγούνταν από τη Σιουάν. Η ίδια και η Μουαραίν είχαν κοπιάσει πολύ καιρό για να βρουν τον Ραντ αλ’Θόρ και να τον προετοιμάσουν, είχαν αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής τους, και δεν θα ρίσκαρε να της χαλάσει κάποια άλλη το υπόλοιπο μέρος του σχεδίου.
«Αν θα μπορούσα να κάνω άλλη μια πρόταση;» Η σεμνότητα δεν ήταν στη φύση της· θα έπρεπε να βρει κάτι άλλο. Περίμενε, προσπαθώντας να μην τρίζει τα δόντια της, για να νεύσει η Σέριαμ, προτού συνεχίσει. «Η Ελάιντα θα προσπαθήσει να ανακαλύψει πού είναι ο Ραντ αλ’Θόρ· όσο πιο νότια ερχόμουν, τόσο περισσότερες φήμες άκουγα ότι έχει φύγει από το Δάκρυ. Νομίζω ότι έφυγε, και νομίζω ότι βρήκα πού πήγε με βάση τη λογική».
Δεν ήταν ανάγκη να υπογραμμίσει ότι έπρεπε να τον βρουν προτού τον έβρισκε η Ταρ Βάλον. Όλες το καταλάβαιναν. Η Ελάιντα όχι μόνο θα τον μεταχειριζόταν άσχημα, πράγμα βέβαιο, αλλά επίσης, αν τον έπιανε στα χέρια της, αν τον επεδείκνυε θωρακισμένο και υπό τον έλεγχό της, θα έχαναν κάθε ελπίδα να την ανατρέψουν. Οι κυβερνήτες ήξεραν τις Προφητείες, έστω και αν συνήθως ο λαός τους τις αγνοούσε· από ανάγκη θα της συγχωρούσαν δέκα ψεύτικους Δράκοντες.
«Πού;» γάβγισε η Μόρβριν, μια στιγμούλα πριν από τη Σέριαμ, την Ανάγια και τη Μυρέλ μαζί.
«Στην Ερημιά του Άελ».
Έπεσε σιωπή για μια στιγμή προτού πει η Καρλίνυα, «Αυτό είναι εξωφρενικό».
Η Σιουάν κατάπιε τη θυμωμένη απάντηση της και της χάρισε ένα απολογητικό, όπως ευχόταν, χαμόγελο. «Μπορεί, αλλά είχα διαβάσει κάτι για το Άελ όταν ήμουν Αποδεχθείσα. Η Γκιτάρα Μορόζο πίστευε ότι μερικές Σοφές του Άελ ίσως είχαν την ικανότητα να διαβιβάζουν». Η Γκιτάρα ήταν Τηρήτρια τότε. «Σ’ ένα βιβλίο που με έβαλε να διαβάσω, έναν παλιό τόμο από την πιο σκονισμένη γωνιά της βιβλιοθήκης, υπήρχε ο ισχυρισμός ότι οι Αελίτες αυτοαποκαλούνται Λαός του Δράκοντα. Δεν το θυμόμουν παρά μόνο όταν προσπάθησα να βρω πού είχε εξαφανιστεί ο Ραντ. Οι προφητείες λένε ότι “η Πέτρα του Δακρύου δεν θα πέσει ποτέ, αν δεν έρθει ο Λαός του Δράκοντα”, και υπήρχαν Αελίτες όταν η Πέτρα κατακτήθηκε. Σ’ αυτό συμφωνούν όλες οι φήμες και οι ιστορίες».
Τα μάτια της Μόρβριν ξαφνικά φάνηκαν να κοιτάζουν αλλού. «Θυμάμαι εικασίες σχετικά με τις Σοφές όταν μόλις είχα πάρει το επώμιο. Θα ήταν συναρπαστικό, αν ήταν αληθινό, όμως οι Αελίτες δεν επιφυλάσσουν θερμότερη υποδοχή στις Άες Σεντάι απ’ όσο σε όλους τους άλλους που μπαίνουν στην Ερημιά, και, απ’ ό,τι φαίνεται, οι Σοφές τους έχουν έναν νόμο ή έθιμο που απαγορεύει να μιλούν σε ξένους, απ’ ό,τι γνωρίζω, κάτι που σημαίνει ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να πλησιάσει κάποια αρκετά κοντά, ώστε να αισθανθεί αν―» Ξαφνικά τινάχτηκε, κοιτώντας τη Σιουάν και τη Ληάνε σαν να ήταν δικό τους σφάλμα ο αφηρημένος μονόλογός της. «Λεπτό άχυρο για να το φτιάξεις καλάθι, κάτι που θυμάσαι από ένα βιβλίο γραμμένο μάλλον από κάποια που δεν είχε δει ποτέ Αελίτη».
«Πολύ λεπτό άχυρο», είπε η Καρλίνυα.
«Αξίζει όμως να σταλεί κάποια στην Ερημιά;» Έβαλε τα δυνατά της για να το πει σαν ερώτηση και όχι σαν απαίτηση. Η Σιουάν σκέφτηκε ότι οι προσπάθειές της μπορούσαν να πέσουν στο βρόντο, αν δεν έβρισκε άλλον τρόπο. Διέθετε αρκετή αυτοσυγκράτηση για να αγνοεί τη ένταση, συνήθως, αλλά όχι τη στιγμή που προσπαθούσε να παρασύρει αυτές τις γυναίκες χωρίς να προσέξουν τη γροθιά της που έσφιγγε τα μαλλιά τους. «Δεν νομίζω ότι οι Αελίτες θα πείραζαν μια Άες Σεντάι». Αρκεί να προλάβαινε να δείξει πως ήταν Άες Σεντάι. Η Σιουάν δεν φανταζόταν ότι θα της έκαναν κακό. Έπρεπε να το ρισκάρουν. «Και, αν ο Ραντ είναι στην Ερημιά, οι Αελίτες θα το ξέρουν. Θυμηθείτε εκείνους τους Αελίτες στην Πέτρα».