Выбрать главу

Η Σιουάν και η Ληάνε δεν ήταν οι μόνες που αντάλλαξαν έκπληκτες ματιές. Ελάχιστοι μπορούσαν να δουν έναν Πρόμαχο που δεν ήθελε να γίνει αντιληπτός, έστω και χωρίς τον μανδύα των Γκαϊντίν.

«Τότε κάνετε ό,τι νομίζετε καλύτερο», είπε η Σέριαμ. «Συλλάβετέ τους, αν γίνεται. Αλλά κανείς δεν πρέπει να δραπετεύσει για να μας προδώσει».

Προτού τελειώσει την υπόκλισή του ο Αρινβαρ, με το χέρι στη λαβή του σπαθιού, ένας άλλος άνδρας είχε βρεθεί δίπλα του, μελαψός και δασύτριχος, ψηλός με φαρδύ κορμί, μαλλιά που έφταναν ως τους ώμους και κοντό γένι που άφηνε το πάνω χείλος του γυμνό. Οι σβέλτες κινήσεις των Προμάχων φαίνονταν παράξενες σ’ αυτόν. Έκλεισε το μάτι στη Μυρέλ, τη δική του Άες Σεντάι, ενώ την ίδια στιγμή έλεγε με βαριά Ιλιανή προφορά, «Οι περισσότεροι καβαλάρηδες σταμάτησαν, όμως ένας προχωρά μόνος του. Ακόμα κι αν διαφωνούσε η ηλικιωμένη μητέρα μου, εγώ θα επέμενα ότι είναι ο Γκάρεθ Μπράυν με τη μια ματιά που του έριξα».

Η Σιουάν έμεινε να τον κοιτάζει· ένιωσε ξαφνικά να παγώνουν τα χέρια και τα πόδια της. Επίμονες φήμες έλεγαν ότι η Μυρέλ είχε παντρευτεί αυτόν τον άνδρα, τον Νούχελ, και τους άλλους δύο Προμάχους της, αψηφώντας κάθε σύμβαση και νόμο σε κάθε χώρα. Ήταν από τις δίχως ειρμό σκέψεις που περνούν από ένα σαστισμένο μυαλό, κι εκείνη τη στιγμή ένιωθε σαν να της είχε πέσει ένα κατάρτι στο κεφάλι. Ο Μπράυν, εδώ; Είναι αδύνατον! Είναι τρέλα! Αποκλείεται να τις είχε ακολουθήσει τόσο δρόμο για να... Ω, ναι, και μπορούσε και το έκανε. Αυτός θα το έκανε. Ταξιδεύοντας, είχε πείσει τον εαυτό της ότι ήταν μια λογική προφύλαξη να μην αφήνουν ίχνη πίσω τους, ότι η Ελάιντα ήξερε ότι δεν ήταν νεκρές, παρά τις φήμες, και ότι δεν θα σταματούσε να τις κυνηγά παρά μόνο όταν θα τις έβρισκε ή όταν θα την ανέτρεπαν. Η Σιουάν είχε ενοχληθεί όταν τελικά είχε αναγκαστεί να ζητήσει οδηγίες για το ταξίδι τους, όμως η σκέψη που την κυνηγούσε σαν καρχαρίας δεν ήταν ότι μπορεί με κάποιον τρόπο η Ελάιντα να έβρισκε έναν σιδερά σε ένα Αλταρανό χωριουδάκι, αλλά ότι ο σιδεράς θα ήταν σαν χάρτης για τον Μπράυν. Σκεφτόσουν ότι είναι ανοησία, ε; Και να ’τος εδώ.

Θυμόταν καλά την αντιπαράθεση τους, τότε που είχε αναγκαστεί να τον υποτάξει στη θέληση της για εκείνο το ζήτημα του Μουράντυ. Ήταν σαν να λύγιζε ένα χοντρό σιδερένιο λοστό ή ένα πελώριο ελατήριο, το οποίο θα πετιόταν από τη θέση του αν το άφηνε έστω για μια στιγμή. Είχε βάλει όλη της τη δύναμη, είχε αναγκαστεί να τον ταπεινώσει δημοσίως, για να είναι σίγουρη ότι θα έμενε σκυφτός όσο τον χρειαζόταν. Ο Μπράυν σίγουρα δεν θα μπορούσε να πάρει πίσω το λόγο του γι’ αυτό που είχε συμφωνήσει πεσμένος στα γόνατα, ικετεύοντας τη συγγνώμη της, με πενήντα αριστοκράτες να τον παρακολουθούν. Η Μοργκέις ήταν μια δυσκολία από μόνη της, και η Σιουάν δεν ήθελε να το ρισκάρει και να προσφέρει ο Μπράυν μια πρόφαση στη Μοργκέις για να μην ακολουθήσει τις οδηγίες της. Ήταν παράξενη η σκέψη ότι η Σιουάν και η Ελάιντα τότε είχαν δουλέψει μαζί για να δαμάσουν τη Μοργκέις.

Έπρεπε να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της. Ήταν ζαλισμένη, σκεφτόταν τα πάντα εκτός από εκείνο που έπρεπε. Συγκεντρώσου. Δεν είναι ώρα για πανικό. «Πρέπει να τον διώξετε. Ή να τον σκοτώσετε».

Κατάλαβε ότι ήταν λάθος την ίδια στιγμή που τα λόγια έβγαιναν από το στόμα της, με επιτακτική βιασύνη. Ακόμα και οι Πρόμαχοι της κοίταξαν, ενώ οι Άες Σεντάι... Ποτέ της δεν είχε καταλάβει πώς ήταν να έχει στραμμένα πάνω της εκείνα τα βλέμματα κάποια που δεν διέθετε τη Δύναμη. Ένιωθε γυμνή, το ίδιο το μυαλό της να είναι εκτεθειμένο. Ακόμα και ξέροντας ότι οι Άες Σεντάι δεν διαβάζουν σκέψεις, ήθελε να ομολογήσει προτού της απαριθμήσουν τα ψέματα και τα εγκλήματα. Έλπισε να μην ήταν το πρόσωπό της σαν της Ληάνε, με τα μάγουλα κατακόκκινα και τα μάτια διάπλατα ανοιχτά.

«Ξέρεις τι γυρεύει εδώ». Η φωνή της Σέριαμ ήταν γεμάτη γαλήνια βεβαιότητα. «Το ξέρετε και οι δυο σας. Και δεν θέλετε να τον αντιμετωπίσετε. Το θέλετε τόσο πολύ, που θα μας βάζατε να τον σκοτώσουμε για χάρη σας».

«Λίγοι είναι οι μεγάλοι στρατηγοί ανάμεσά μας». Ο Νούχελ τους μέτρησε στα δάχτυλα του γαντοφορεμένου χεριού του. «Ο Άγκελμαρ Τζάγκαντ και ο Ντάβραμ Μπασίρε δεν φεύγουν από τη Μάστιγα, νομίζω, και ο Πέντρον Νάιαλ σίγουρα δεν θα σου είναι χρήσιμος. Αν ζει ο Ρόντελ Ιτουράλντε, θα ’ναι μπλεγμένος κάπου σ’ αυτό που έχει απομείνει από το Άραντ Ντόμαν». Σήκωσε το χοντρό αντίχειρά του. «Κι έτσι μένει ο Γκάρεθ Μπράυν».

«Νομίζεις, λοιπόν, ότι θα χρειαστούμε έναν μεγάλο στρατηγό;» ρώτησε ήσυχα η Σέριαμ.

Ο Νούχελ και ο Άρινβαρ δεν κοιτάχτηκαν, αλλά η Σιουάν είχε την αίσθηση ότι είχαν ανταλλάξει ματιές. «Είναι δική σου η απόφαση, Σέριαμ», απάντησε ο Άρινβαρ εξίσου ήσυχα, «και των άλλων αδελφών, αλλά, αν σκοπεύετε να επιστρέψετε στον πύργο, θα μας φαινόταν χρήσιμος. Αν σκοπεύετε να μείνετε εδώ μέχρι να σας βρει και να σας πάρει πίσω η Ελάιντα, τότε όχι». Η Μυρέλ κοίταξε ερωτηματικά τον Νούχελ κι εκείνος ένευσε.