Выбрать главу

«Φαίνεται πως είχες δίκιο, Σιουάν», είπε πικρόχολα η Ανάγια. «Οι Γκαϊντίν δεν ξεγελάστηκαν».

«Το ερώτημα είναι αν θα συμφωνήσει να μας υπηρετήσει», είπε η Καρλίνυα, και η Μόρβριν ένευσε, προσθέτοντας, «Πρέπει να τον κάνουμε να δει το σκοπό μας με τέτοιον τρόπο ώστε να θελήσει να μας υπηρετήσει. Δεν θα ήταν καλό για μας, αν μαθευόταν ότι σκοτώσαμε ή φυλακίσαμε έναν τέτοιο εξέχοντα στρατιωτικό προτού καν αρχίσουμε».

«Ναι», είπε η Μπεόνιν, «και πρέπει να του προσφέρουμε ανταμοιβές που θα τον κάνουν να δεσμευτεί πλήρως σε μας».

Η Σέριαμ κοίταξε τις δύο γυναίκες. «Όταν φτάσει στο χωριό ο Άρχοντας Μπράυν, μην του πείτε τίποτα, αλλά φέρτε τον σε μας». Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω από τον Πρόμαχο, το βλέμμα της σκλήρυνε. Η Σιουάν, την αναγνώρισε· ήταν η ίδια καθαρή πράσινη ματιά που έκανε τα γόνατα των μαθητευομένων να λυγίσουν προτού πει λέξη, «Λοιπόν. Θα μας πείτε ακριβώς τι θέλει εδώ ο Γκάρεθ Μπράυν».

Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Αν την έπιαναν να λέει έστω και το παραμικρό ψεματάκι, θα αμφισβητούσαν τα πάντα. Η Σιουάν πήρε μια βαθιά ανάσα. «Βρήκαμε καταφύγιο για τη νύχτα σε έναν αχυρώνα κοντά στο Κορ Σπρινγκς, στο Άντορ. Εκεί άρχοντας είναι ο Μπράυν και...»

28

Παγίδα

Ένας Πρόμαχος με γκριζοπράσινο σακάκι πλησίασε τον Μπράυν μόλις αυτός πέρασε με τον Ταξιδιώτη από τα πρώτα πέτρινα σπίτια του χωριού. Ο Μπράυν θα καταλάβαινε ότι ήταν Πρόμαχος, βλέποντάς τον να κάνει δυο δρασκελιές, ακόμα κι αν δεν υπήρχαν τόσες Άες Σεντάι στο δρόμο να τον κοιτάνε. Τι στο όνομα του Φωτός έκαναν τόσες Άες Σεντάι τόσο κοντά στην Αμαδισία; Οι φήμες στα χωριά πίσω του έλεγαν ότι ο Άιλρον σκόπευε να διεκδικήσει αυτή την όχθη του ποταμού Έλνταρ, κάτι που σήμαινε ότι αυτό ήθελαν οι Λευκομανδίτες. Οι Άες Σεντάι ήξεραν να υπερασπίζονται καλά τους εαυτούς τους, αλλά, αν ο Νάιαλ έστελνε μια λεγεώνα να περάσει τον Έλνταρ, πολλές απ’ αυτές τις γυναίκες θα σκοτώνονταν. Αν δεν είχε χάσει τις γνώσεις του και ήξερε ακόμα να πει πόσο καιρό ήταν εκτεθειμένο ένα κούτσουρο στον αέρα, αυτό το μέρος είχε κρυφτεί στο δάσος εδώ και δύο μήνες. Πού είχε μπλέξει η Μάρα; Ήταν σίγουρος ότι θα την έβρισκε εδώ· οι χωρικοί θυμούνταν τρεις όμορφες νεαρές που ταξίδευαν παρέα, ειδικά όταν μια είχε ρωτήσει οδηγίες για ένα χωριό εγκαταλειμμένο από τον Πόλεμο των Λευκομανδιτών.

Ο Πρόμαχος, ένας μεγαλόσωμος άνδρας με φαρδύ πρόσωπο, Ιλιανός όπως έδειχνε το γένι του, στάθηκε στο δρόμο μπροστά στο ρούσο μουνούχι με την πλατιά μύτη που ίππευε ο Μπράυν, και υποκλίθηκε. «Άρχοντα Μπράυν; Είμαι ο Νούχελ Ντρόμαντ. Αν έχεις την καλοσύνη να έρθεις μαζί μου, υπάρχουν κάποιοι που επιθυμούν να σου μιλήσουν».

Ο Μπράυν ξεπέζεψε αργά, έβγαλε τα γάντια και τα έχωσε στη ζωστήρα του σπαθιού του, ενώ περιεργαζόταν την πόλη. Το απλό κιτρινωπό σακάκι που φορούσε τώρα ήταν καλύτερο για ταξίδι τέτοιου είδους απ’ όσο το γκρίζο μεταξωτό, με το οποίο είχε ξεκινήσει· εκείνο το είχε χαρίσει. Άες Σεντάι και Πρόμαχοι, και κάποιοι άλλοι, τον παρακολουθούσαν σιωπηλά, όμως ακόμα και εκείνοι που πρέπει να ήταν υπηρέτες δεν έδειχναν ξαφνιασμένοι. Και ο Ντρόμαντ ήξερε το όνομά του. Το πρόσωπό του δεν ήταν άγνωστο, αλλά ο Μπράυν υποψιάστηκε κάτι παραπάνω. Αν η Μάρα ― αν εκείνες οι γυναίκες ήταν πράκτορες των Άες Σεντάι, και πάλι δεν άλλαζε ο όρκος που είχαν δώσει. «Οδήγησέ με, Νούχελ Γκαϊντίν». Ο Νούχελ δεν έδειξε να ξαφνιάζεται από την προσφώνηση.

Το πανδοχείο, στο οποίο τον πήγε ο Ντρόμαντ —ή μάλλον ένα κτήριο που κάποτε ήταν πανδοχείο― είχε όψη αρχηγείου για εκστρατεία, όλο τρεχαλητά και σούσουρο. Δηλαδή, αν είχαν διοικήσει ποτέ εκστρατεία οι Άες Σεντάι. Βρήκε με το βλέμμα τη Σερένλα προτού τον δει εκείνη, καθισμένη σε μια γωνιά με έναν μεγαλόσωμο άνδρα που ήταν σχεδόν σίγουρα ο Ντάλυν. Όταν τον είδε, το σαγόνι της έπεσε σχεδόν ως το τραπέζι και μετά τον κοίταξε με στενεμένα μάτια, σαν να μην πίστευε αυτό που έβλεπε. Ο Ντάλυν έμοιαζε να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά, κοιτάζοντας το τίποτα. Καμία Άες Σεντάι και κανένας Πρόμαχος δεν έδειξαν να τον προσέχουν, καθώς τον οδηγούσε ο Ντρόμαντ, όμως ο Μπράυν θα έβαζε στοίχημα το μέγαρο και τα εδάφη του ότι είχαν δει δέκα φορές περισσότερα απ’ όσα όλοι μαζί οι υπηρέτες που χάζευαν απροκάλυπτα. Θα ’πρεπε να έχει στρίψει για να φύγει τη στιγμή που είχε συνειδητοποιήσει ποιοι ήταν σ’ αυτό το χωριό.