Выбрать главу

Πρόσεχε τα πάντα, καθώς υποκλινόταν, ενώ ο Πρόμαχος τον παρουσίαζε στις έξι καθισμένες Άες Σεντάι —μόνο ένας βλάκας θα ήταν απρόσεχτος όταν είχε κοντά του Άες Σεντάι― αλλά ο νους του ήταν στραμμένος στις δύο νεαρές γυναίκες που στέκονταν στον τοίχο πίσω από το φρεσκοσκουπισμένο τζάκι, που έμοιαζαν σαν να τις είχαν μαλώσει. Η αιθέρια Ντομανή του χάρισε ένα χαμόγελο που, για αλλαγή, ήταν περισσότερο τρεμάμενο παρά σαγηνευτικό. Κι η Μάρα επίσης ήταν φοβισμένη —κατατρομαγμένη, θα έλεγε καλύτερα― αλά τα γαλάζια μάτια της αντάμωσαν τα δικά του ανυποχώρητα. Η κοπέλα είχε κουράγιο που έφτανε για λιοντάρι.

«Σε υποδεχόμαστε με χαρά, Άρχοντα Μπράυν», είπε η πυρόμαλλη Άες Σεντάι. Ελάχιστα παχουλή, με τα γερτά της μάτια, ήταν αρκετά όμορφη για να κάνει έναν άνδρα να την κοιτάξει και δεύτερη φορά παρά το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού στο δάχτυλό της. «Θα μας πεις τι σε φέρνει εδώ;»

«Φυσικά, Σέριαμ Σεντάι». Ο Νούχελ στεκόταν δίπλα στον ώμο του, αλλά ο Μπράυν δεν μπορούσε να φανταστεί ότι υπήρχαν γυναίκες που να έχουν λιγότερη ανάγκη να τις προστατεύσουν από έναν γέρο στρατιώτη. Ήταν σίγουρος ότι ήδη γνώριζαν, και βεβαιώθηκε, παρατηρώντας τα πρόσωπά τους, καθώς έλεγε την ιστορία. Οι Άες Σεντάι δεν άφηναν να φανεί τίποτα που δεν ήθελαν να φανεί, σίγουρα όμως θα είχε βρεθεί έστω μία να ανοιγοκλείσει τα μάτια ακούγοντας για τον όρκο, αν δεν ήξεραν εκ των προτέρων.

«Τι απαίσια ιστορία αυτή που μας διηγήθηκες, Άρχοντα Μπράυν». Είχε μιλήσει εκείνη που λεγόταν Ανάγια· παρά το αγέραστο πρόσωπό της, περισσότερο έμοιαζε με χαρούμενη, εύπορη αγρότισσα παρά με Άες Σεντάι. «Όμως με ξαφνιάζει το ότι τις ακολούθησες τόσο μακριά, έστω κι αν είναι επίορκες». Τα χλωμά μάγουλα της Μάρα βάφτηκαν μ’ ένα οργισμένο κόκκινο χρώμα. «Πάντως είναι δυνατός όρκος, που δεν θα έπρεπε να έχει καταπατηθεί».

«Δυστυχώς», είπε η Σέριαμ, «δεν μπορούμε να σου επιτρέψουμε να τις πάρεις ακόμα».

Άρα ήταν πράγματι πράκτορες των Άες Σεντάι. «Είναι δυνατός όρκος που δεν θα έπρεπε να έχει καταπατηθεί, παρά ταύτα όμως δεν θα τις αφήσετε να τον τιμήσουν;»

«Θα τον τιμήσουν», είπε η Μυρέλ, ρίχνοντας μια ματιά στις δυο γυναίκες πλάι στο τζάκι, η οποία τις έκανε να καθίσουν πιο ίσια, «και μπορείς να είσαι ήσυχος ότι ήδη έχουν μετανιώσει που έφυγαν αφού πρώτα τον έδωσαν». Αυτή τη φορά κοκκίνισε η Αμάινα· η Μάρα έμοιαζε σαν μια μπάλα από νεύρα. «Ακόμα δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε». Δεν είχαν αναφέρει Άτζα, αλλά είχε την εντύπωση ότι η όμορφη μελαψή ήταν Πράσινη και η στιβαρή στρογγυλοπρόσωπη, που λεγόταν Μόρβριν, ήταν Καφέ. Ίσως να έφταιγε το χαμόγελο που είχε χαρίσει η Μυρέλ στον Ντρόμαντ όταν είχε φέρει εκεί τον Μπράυν, και η έκφραση της Μόρβριν που ήταν σαν να σκεφτόταν κάτι άλλο. «Η αλήθεια είναι ότι δεν είπαν πότε θα υπηρετήσουν, και τις χρειαζόμαστε».

Όλο αυτό ήταν μια ανοησία· θα ’πρεπε να ζητήσει συγγνώμη που τις είχε ενοχλήσει και να φύγει. Κι αυτό επίσης θα ήταν ανόητο. Προτού καν τον φτάσει ο Ντρόμαντ στο δρόμο, ήξερε ότι δεν θα έφευγε ζωντανός από το Σαλιντάρ. Θα πρέπει να υπήρχαν καμιά πενηνταριά Πρόμαχοι στο δάσος γύρω από το σημείο που είχε αφήσει τους άνδρες του, αν όχι εκατό. Ο Τζόνι και οι άλλοι θα μάχονταν γερά, αλλά δεν τους είχε φέρει ως εδώ για να πεθάνουν. Όμως, αν ήταν ανόητος που είχε επιτρέψει σε δυο μάτια να τον παρασύρουν ως εδώ, τουλάχιστον ας έφτανε ως το τέλος. «Εμπρησμός, κλοπή κι επίθεση, Άες Σεντάι. Αυτά ήταν τα εγκλήματα. Δικάστηκαν, καταδικάστηκαν κι έδωσαν τον όρκο. Αλλά δεν έχω αντίρρηση να μείνω εδώ μέχρι να ξεμπερδέψετε μαζί τους. Η Μάρα μπορεί να δουλεύει για μένα ως εκπαιδεύτρια σκύλων, όταν δεν τη χρειάζεστε. Θα σημειώνω τις ώρες που θα δουλεύει για μένα, και θα τις αφαιρώ από την ποινή της».

Η Μάρα άνοιξε το στόμα θυμωμένα, όμως, σχεδόν σαν να ήξεραν ότι θα επιχειρούσε να μιλήσει, τα έξι ζευγάρια μάτια των Άες Σεντάι στράφηκαν πάνω της με πανομοιότυπο τρόπο. Εκείνη κούνησε τους ώμους, έκλεισε απότομα το στόμα και μετά τον αγριοκοίταξε, με τις γροθιές σφιγμένες στο πλάι. Ο Μπράυν χαιρόταν που η γυναίκα δεν κρατούσε μαχαίρι.

Η Μυρέλ έμοιαζε έτοιμη να βάλει τα γέλια. «Καλύτερα να διαλέξεις την άλλη, Άρχοντα Μπράυν. Έτσι που σε κοιτάζει, πιστεύω πως θα την έβρισκες πιο... συνεννοήσιμη».

Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι η Αμάινα θα γινόταν κατακόκκινη, μα κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Και τον κοίταζε με βλέμμα σαν να τον ― επιδοκίμαζε. Αντάλλαξε μάλιστα ένα χαμόγελο με τη Μυρέλ. Ε, στο κάτω-κάτω ήταν Ντομανή, και αυτή η ιδιότητα ήταν πιο έκδηλη από την τελευταία φορά που την είχε δει.

Η Καρλίνυα, τόσο ψυχρή, που έκανε τις άλλες να φαντάζουν φιλικές, έσκυψε μπρος. Ο Μπράυν ήταν επιφυλακτικός απέναντί της, όπως και στην άλλη, με τα μεγάλα μάτια, που λεγόταν Μπεόνιν. Δεν ήξερε να πει γιατί. Μόνο που αν υπήρχε το Παιχνίδι των Οίκων εδώ, θα έλεγε ότι και οι δύο γυναίκες ανέδιδαν φιλοδοξία. Μπορεί ακριβώς σε κάτι τέτοιο να είχε μπλέξει.