Выбрать главу

«Θα πρέπει να γνωρίζεις», είπε ψυχρά η Καρλίνυα, «ότι η γυναίκα που γνωρίζεις σαν Μάρα, στην πραγματικότητα είναι η Σιουάν Σάντσε, πρώην Έδρα της Άμερλιν. Η Αμάινα είναι στην πραγματικότητα η Ληάνε Σαρίφ, που ήταν Τηρήτρια των Χρονικών».

Μόλις που κατάφερε να μην μείνει χάσκοντας σαν χαζός χωριάτης. Τώρα που το ήξερε, το έβλεπε στο πρόσωπο της Μάρα ή μάλλον της Σιουάν, το πρόσωπο που τον είχε κάνει να γονατίσει, το οποίο είχε μαλακώσει και είχε γίνει νεανικό. «Πώς;» ήταν το μόνο που είπε. Ήταν σχεδόν το μόνο που θα μπορούσε να πει.

«Υπάρχουν πράγματα που οι άνδρες είναι καλύτερο να μην γνωρίζουν», αποκρίθηκε ψυχρά η Σέριαμ, «όπως και οι περισσότερες γυναίκες».

Η Μάρα —όχι, θα ’ταν προτιμότερο να τη σκέφτεται με το σωστό της όνομα― η Σιουάν είχε σιγανευτεί. Αν εκείνη η Ντομανή με το λαιμό κύκνου ήταν πριν η Τηρήτρια, ο Μπράυν θα στοιχημάτιζε ότι είχε σιγανευτεί και αυτή. Αλλά το να μιλήσεις για σιγάνεμα μπροστά σε Άες Σεντάι, ήταν ένας καλός τρόπος για να βρεις πόσο σκληρός ήσουν. Εκτός αυτού, όταν άρχιζαν να γίνονται μυστηριώδεις, οι Άες Σεντάι δεν θα απαντούσαν ευθέως, ακόμα κι αν ρωτούσες ότι ο ουρανός ήταν γαλανός.

Αυτές οι Άες Σεντάι ήταν πολύ καλές. Τον είχαν νανουρίσει και μετά τον είχαν χτυπήσει απότομα, όταν είχε πάψει να φυλάγεται. Με μια αίσθηση ανημποριάς, σκέφτηκε ότι ήξερε για τι τον προετοίμαζαν. Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθει αν είχε δίκιο. «Αυτό δεν αλλάζει τον όρκο που έδωσαν. Αν ήταν ακόμα Άμερλιν και Τηρήτρια, θα όφειλαν να ακολουθήσουν τον όρκο τους σύμφωνα μ’ όλους τους νόμους, ακόμα και τους νόμους της Ταρ Βάλον».

«Εφόσον δεν έχεις αντίρρηση να μείνεις εδώ», είπε η Σέριαμ, «θα μπορούσες να έχεις τη Σιουάν για υπηρέτριά σου, όταν δεν θα τη χρειαζόμαστε. Μπορείς να έχεις και τις τρεις, αν επιθυμείς, μαζί και τη Μιν, την οποία, όπως φαίνεται, ξέρεις σαν Σερένλα. Αυτήν μπορείς να την έχεις συνεχώς στη διάθεσή σου». Για κάποιο λόγο αυτό φάνηκε να εκνευρίζει τη Σιουάν όσο και τα άλλα που είχε πει για την ίδια· άρχισε να μουρμουρίζει μόνη της, όχι τόσο δυνατά ώστε να ακούγεται. «Κι εφόσον δεν έχεις αντίρρηση, Άρχοντα Μπράυν, όσο θα μένεις εδώ μαζί μας υπάρχει μια υπηρεσία που μπορείς να μας προσφέρεις».

«Η ευγνωμοσύνη των Άες Σεντάι δεν είναι αμελητέα», είπε η Μόρβριν.

«Υπηρετώντας εμάς, θα υπηρετήσεις το Φως και τη δικαιοσύνη», πρόσθεσε η Καρλίνυα.

Η Μπεόνιν ένευσε, μιλώντας με σοβαρό τόνο. «Υπηρέτησες πιστά τη Μοργκέις και το Άντορ. Υπηρέτησε έτσι και μας, και στο τέλος δεν θα ανταμειφθείς με εξορία. Τίποτα απ’ όσα θα ζητήσουμε δεν θα αντιβαίνει στην τιμή σου. Τίποτα απ’ όσα θα ζητήσουμε δεν θα βλάψει το Άντορ».

Ο Μπράυν έκανε μια γκριμάτσα. Δεν υπήρχε θέμα, είχε βρεθεί στο Παιχνίδι. Μερικές φορές σκεφτόταν ότι οι Άες Σεντάι είχαν εφεύρει το Ντάες Νταε’μάρ· έμοιαζαν να το παίζουν ακόμα και στον ύπνο τους. Ο πόλεμος ήταν πιο αιματηρός, αλλά ήταν και πιο τίμιος. Αν ήθελαν να κινούν τα νήματά του, τότε αυτό θα γινόταν —είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, θα το κατάφερναν― αλλά ήταν καιρός να τους δείξει ότι δεν ήταν μια άμυαλη μαριονέτα.

«Ο Λευκός Πύργος γκρεμίστηκε», είπε απερίφραστα. Τα μάτια των Άες Σεντάι πλάτυναν, όμως δεν τις άφησε να μιλήσουν. «Τα Άτζα διχάστηκαν. Αυτός είναι ο μόνος λόγος που είστε όλες εδώ. Σίγουρα δεν έχετε ανάγκη από ένα-δυο σπαθιά επιπλέον» —κοίταξε τον Ντρόμαντ κι εκείνος ένευσε― «άρα η μόνη υπηρεσία που μπορεί να θέλετε από μένα είναι να ηγηθώ ενός στρατού. Να φτιάξω πρώτα έναν, εκτός αν έχετε κι άλλα στρατόπεδα με πολύ περισσότερους άνδρες απ’ όσους έχω δει εδώ. Κι αυτό σημαίνει ότι σκοπεύετε να τα βάλετε με την Ελάιντα». Η Σέριαμ έδειχνε ενοχλημένη, η Ανάγια ανήσυχη, ενώ η Καρλίνυα έκανε να μιλήσει, όμως ο Μπράυν συνέχισε. Ας τον άκουγαν· περίμενε ότι τους μήνες που θα έρχονταν, θα στεκόταν συχνά ακούγοντας τις. «Πολύ καλά. Ποτέ δεν συμπάθησα την Ελάιντα και δεν πιστεύω ότι θα γίνει καλή Άμερλιν. Το σημαντικότερο είναι ότι μπορώ να φτιάξω ένα στρατό που να καταλάβει την Ταρ Βάλον. Αρκεί να ξέρετε ότι η κατάκτησή της θα είναι αιματηρή και μακρόχρονη. Αυτοί όμως είναι οι όροι μου». Μούδιασαν όλες ακούγοντάς την τελευταία φράση, μαζί τους η Σιουάν και η Ληάνε. Οι άνδρες δεν έθεταν όρους στις Άες Σεντάι. «Πρώτον, η διοίκηση είναι δική μου. Θα μου λέτε τι να κάνω, αλλά εγώ θα αποφασίζω το πώς. Θα δίνετε διαταγές σε μένα κι εγώ θα τις δίνω στους στρατιώτες μου, όχι εσείς. Εκτός αν έχω συμφωνήσει εκ των προτέρων». Αρκετές έμειναν με το στόμα ανοιχτό, πρώτα η Καρλίνυα και η Μπεόνιν, αλλά αυτός συνέχισε να μιλά. «Εγώ διορίζω τους άνδρες, τους δίνω προαγωγές, φροντίζω να πειθαρχήσουν. Όχι εσείς. Δεύτερον, αν σας πω ότι δεν μπορεί να γίνει, θα σκεφτείτε τα λόγια μου. Δεν θέλω να υφαρπάξω την εξουσία σας» —όχι ότι θα τον άφηναν― «όμως δεν θέλω να χαθούν άνδρες επειδή δεν καταλαβαίνετε από πόλεμο». Αυτό θα συνέβαινε, αλλά μονάχα μια φορά, αν ήταν τυχερός. «Τρίτον, αν αρχίσετε, θα συνεχίσετε μέχρι τέλους. Θα βάλω το κεφάλι μου στη θηλιά και μαζί τα κεφάλια των ανδρών μου και, αν ύστερα από ένα χρόνο αποφασίσετε ότι η Ελάιντα ως Άμερλιν είναι προτιμότερη από τον πόλεμο, θα σφίξετε τη θηλιά στο λαιμό όσων από εμάς βρουν. Τα έθνη μπορεί να μην αναμιχθούν στον εμφύλιο πόλεμο του Πύργου, αλλά, αν μας εγκαταλείψετε, τότε δεν θα μας αφήσουν ζωντανούς. Θα το φροντίσει αυτό η Ελάιντα.