Выбрать главу

»Αν δεν συμφωνείτε σ’ αυτά, τότε δεν ξέρω αν μπορώ να σας υπηρετήσω. Είτε με δέσετε με τη Δύναμη για να μου κόψει το λαιμό ο Ντρόμαντ, είτε με δικάσετε και με κρεμάσετε, πάλι ο θάνατος θα είναι το τέλος μου».

Οι Άες Σεντάι δεν μίλησαν. Για μια ατέλειωτη στιγμή έμειναν κοιτώντας τον, ώσπου η φαγούρα που ένιωθε ανάμεσα στις ωμοπλάτες του τον έκανε να αναρωτηθεί μήπως ο Νούχελ ήταν έτοιμος να του χώσει το εγχειρίδιο εκεί. Έπειτα η Σέριαμ σηκώθηκε όρθια και οι άλλες την ακολούθησαν στα παράθυρα. Ο Μπράυν έβλεπε τα χείλη τους, αλλά δεν άκουγε τίποτα. Αν ήθελαν να κρύψουν τις διαβουλεύσεις τους πίσω από τη Μία Δύναμη, καλά έκαναν. Δεν ήξερε πόσα θα του έδιναν απ’ όσα είχε ζητήσει. Θα του τα έδιναν όλα, αν ήταν λογικές, αλλά οι Άες Σεντάι θεωρούσαν καμιά φορά λογικά κάποια αλλόκοτα πράγματα. Ό,τι κι αν αποφάσιζαν, θα έπρεπε να το δεχθεί μ’ όση αβρότητα μπορούσε. Είχε φτιάξει την τέλεια παγίδα για τον εαυτό του.

Η Ληάνε του έριξε μια ματιά κι ένα χαμόγελο που έλεγε ότι δεν θα μάθαινε ποτέ τι είχε χάσει· του φάνηκε ότι θα ήταν μια υπέροχη καταδίωξη, με τη Ληάνε να τον σέρνει από τη μύτη. Οι Ντομανές δεν υπόσχονταν ούτε τα μισά απ’ όσα νόμιζες ότι σου είχαν υποσχεθεί, κι έδιναν μόνο όσα επέλεγαν και άλλαζαν γνώμη μέσα σε μια στιγμή.

Το δόλωμα στην παγίδα του τον κοίταζε ανέκφραστα και ύστερα διέσχισε την αίθουσα με μεγάλες δρασκελιές και τον πλησίασε, τόσο κοντά που έγειρε πίσω το κεφάλι για να σηκώσει το βλέμμα της πάνω του και να του μιλήσει με χαμηλή, οργισμένη φωνή. «Γιατί το έκανες αυτό; Γιατί μας ακολούθησες; Για έναν αχυρώνα;»

«Για έναν όρκο». Για δυο γαλανά μάτια. Η Σιουάν Σάντσε ήταν το πολύ δέκα χρόνια νεότερη του, όμως του ήταν δύσκολο να θυμάται ότι ήταν η Σιουάν Σάντσε, όταν κοίταζε ένα πρόσωπο που έμοιαζε να είναι μιας γυναίκας τριάντα χρόνια νεότερης. Τα μάτια όμως ήταν ίδια, βαθυγάλανα και δυνατά. «Ένας όρκος που μου έδωσες και τον καταπάτησες. Γι’ αυτό θα έπρεπε να σου μετρήσω διπλό χρόνο στην ποινή».

Εκείνη κατέβασε το βλέμμα και σταύρωσε τα χέρια κάτω από τα στήθη της, μουγκρίζοντας, «Ήδη το φρόντισαν αυτό».

«Εννοείς ότι σε τιμώρησαν που παραβίασες τον όρκο σου; Αν σε έδειραν με βέργα στον πισινό, δεν μετράει, εκτός κι αν το κάνω εγώ».

Το χαμόγελο του Ντρόμαντ ήταν κάτι περισσότερο από σκανδαλισμένο —ο Πρόμαχος σίγουρα ακόμα πάλευε να καταλάβει το ότι η Σιουάν ήταν κάποτε Άμερλιν· κι ο ίδιος μάλλον το ίδιο έκανε― και το πρόσωπό της σκοτείνιασε, τόσο που ο Μπράυν πίστεψε ότι θα πάθαινε αποπληξία. «Η ποινή μου ήδη διπλασιάστηκε, βρε παλιοστοίβα από σάπια σπλάχνα ψαριών! Που κάθεσαι και μετράς ώρες! Οι ώρες δεν θα αρχίσουν να μετρούν παρά μόνο όταν θα μας έχεις και τις τρεις στο μέγαρό σου, ακόμα κι αν χρειαστεί να είμαι... να είμαι... εκπαιδεύτρια σκύλων για είκοσι χρόνια!»

Άρα είχαν έτοιμα σχέδια και γι’ αυτό, η Σέριαμ και οι άλλες. Έριξε μια ματιά εκεί που συσκέπτονταν κοντά στα παράθυρα. Έμοιαζαν να έχουν μοιραστεί σε δύο αντιτιθέμενες ομάδες: η Σέριαμ, η Ανάγια και η Μυρέλ από τη μια πλευρά, η Μόρβριν και η Καρλίνυα από την άλλη, με την Μπεόνιν να στέκεται ανάμεσά τους. Ήταν έτοιμες να του προσφέρουν τη Σιουάν και τη Ληάνε και τη —Μιν;― ως δωροδοκία ή σαν αντάλλαγμα, προτού καν μπει μέσα. Ήταν απελπισμένες, κάτι που σήμαινε ότι ο Μπράυν ήταν με την παράταξη η οποία βρισκόταν σε μειονεκτική θέση, αλλά ίσως να ήταν τόσο απελπισμένες, που να του έδιναν ό,τι χρειαζόταν για την πιθανότητα της νίκης.

«Το απολαμβάνεις, ε;» είπε άγρια η Σιουάν, όταν το βλέμμα του στράφηκε αλλού. «Όρνιο. Που να καείς, βλάκα με μυαλά κυπρίνου. Τώρα που ξέρεις ποια είμαι, το απολαμβάνεις που θα πρέπει να σου υποκλίνομαι και να σου φέρομαι με σέβας». Πάντως δεν είχε αρχίσει ακόμα να του δείχνει αυτά που έλεγε. «Γιατί; Είναι επειδή σε έκανα να υποχωρήσεις για το Μουράντυ; Είσαι τόσο μικρόψυχος, Γκάρεθ Μπράυν;»

Προσπαθούσε να τον θυμώσει· καταλάβαινε ότι είχε πει πολλά, και δεν ήθελε να του αφήσει χρόνο να τα σκεφτεί. Μπορεί να μην ήταν πια Άες Σεντάι, όμως οι μηχανορραφίες ήταν στο αίμα της.