Выбрать главу

«Ήσουν η Έδρα της Άμερλιν», της είπε ατάραχος, «και το δαχτυλίδι της Άμερλιν το φιλούν ακόμα κι οι βασιλιάδες. Δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε ο τρόπος που το έκανες, και ίσως να συζητήσουμε ήσυχα κάποτε αν ήταν ανάγκη να κάνεις αυτό που έκανες μπροστά στα μάτια της μισής αυλής, αλλά να θυμάσαι ότι ακολούθησα ως εδώ τη Μάρα Τομάνες και ότι ζήτησα τη Μάρα Τομάνες. Όχι τη Σιουάν Σάντσε. Μιας και όλο ρωτάς γιατί, να στο ρωτήσω κι εγώ. Γιατί ήταν τόσο σημαντικό να αφήσω τους Μουραντιανούς να κάνουν επιδρομές από τα σύνορα;»

«Επειδή η ανάμιξή σου τότε θα ανέτρεπε σημαντικά σχέδια», του είπε εκείνη, τονίζοντας κάθε λέξη με σφιγμένη φωνή, «όπως μπορεί να συμβεί και με την τωρινή ανάμιξη σου. Ο Πύργος είχε βρει έναν νεαρό συνοριακό άρχοντα ονόματι Ντουλαίν, για τον οποίο έκρινε ότι κάποια μέρα θα ένωνε στ’ αλήθεια το Μουράντυ, με τη βοήθειά μας. Δεν μπορούσα να επιτρέψω το ενδεχόμενο να τον σκοτώσουν οι στρατιώτες σου. Έχω να κάνω δουλειές εδώ, Άρχοντα Μπράυν. Άσε με να τις κάνω, και ίσως δεις τη νίκη. Αν αναμιχθείς από πείσμα, θα καταστρέψεις τα πάντα».

«Όποιες κι αν είναι οι δουλειές σου, είμαι βέβαιος ότι η Σέριαμ και οι άλλες θα σε αφήσουν να τις κάνεις. Ντουλαίν είπες; Δεν τον έχω ακουστά. Κάτι μου λέει ότι ακόμα δεν πέτυχε». Κατά τη γνώμη του, το Μουράντυ θα παρέμενε ένα συνονθύλευμα σχεδόν ανεξάρτητων αρχόντων και αρχοντισσών μέχρι που θα γύριζε ο Τροχός και θα ερχόταν μια καινούρια Εποχή. Οι Μουραντιανοί αυτοαποκαλούνταν Λαγκαρντιανοί ή Μινταίοι ή ό,τι άλλο προτού πουν το έθνος τους. Αν θυμούνταν να αναφέρουν κάποιο. Ο Άρχοντας που θα μπορούσε να τους ενώσει και που θα είχε το λουρί της Σιουάν στο λαιμό του, θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικό αριθμό στρατιωτών.

«Ο Ντουλαίν... σκοτώθηκε». Κόκκινες πιτσιλιές φάνηκαν στα μάγουλά της και φάνηκε να παλεύει με τον εαυτό της. «Ένα μήνα αφότου έφυγα από το Κάεμλυν», μουρμούρισε, «ένας Αντορινός αγρότης τον κάρφωσε με βέλος σε μια επιδρομή για πρόβατα».

Αυτός δεν κρατήθηκε και έβαλε τα γέλια. «Τους αγρότες έπρεπε να βάλεις να γονατίσουν, όχι εμένα. Τέλος πάντων, δεν σε αφορούν πια τέτοια πράγματα». Αυτό σίγουρα ήταν αλήθεια. Ό,τι και να της ετοίμαζαν οι Άες Σεντάι, δεν θα την άφηναν κοντά σε θέσεις εξουσίας ή αποφάσεων πια. Ένιωσε οίκτο γι’ αυτήν. Δεν μπορούσε να τη φανταστεί να σηκώνει τα χέρια και να πεθαίνει, αλλά είχε χάσει ό,τι ήταν δυνατόν να χάσεις εκτός από την ίδια σου τη ζωή. Από την άλλη μεριά, δεν του άρεσε να τον λένε όρνιο ή στοίβα από σάπια σπλάχνα ψαριών. Πώς το είχε πει το άλλο; Βλάκας με μυαλά κυπρίνου. «Από δω και πέρα, η έγνοια σου θα είναι να έχω καθαρές μπότες και στρωμένο κρεβάτι».

Τα μάτια της στένεψαν, έγιναν χαραμάδες. «Αν αυτό θέλεις, Άρχοντα Γκάρεθ Μπράυν, τότε θα ’πρεπε να διαλέξεις τη Ληάνε. Μπορεί εκείνη να είναι τόσο ανόητη».

Μόλις που συγκρατήθηκε για να μην την κοιτάξει με τα μάτια γουρλωμένα. Ποτέ δεν έπαυε να τον εκπλήσσει ο τρόπος που δούλευε το γυναικείο μυαλό. «Ορκίστηκες να με υπηρετείς με όποιον τρόπο διαλέξω», κατόρθωσε να πει μ’ ένα πνιχτό γελάκι. Γιατί της το έκανε αυτό; Ο Γκάρεθ ήξερε ποια ήταν και τι ήταν. Αλλά τα μάτια εκείνα τον στοίχειωναν, δεν υποχωρούσαν, ακόμα κι όταν δεν υπήρχε ελπίδα, όπως έκαναν τώρα. «Θα ανακαλύψεις τι είδους άνδρας είμαι, Σιουάν». Ήθελε να την παρηγορήσει μετά το αστείο του, όμως από τον τρόπο που πάγωσαν οι ώμοι της, αυτή φάνηκε να το παίρνει σαν απειλή.

Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι άκουγε τις Άες Σεντάι, ένα μαλακό μουρμούρισμα φωνών που σιώπησαν αμέσως. Στέκονταν μαζί και τον κοίταζαν με αινιγματικές εκφράσεις. Ή μάλλον, κοίταζαν τη Σιουάν. Τα βλέμματά τους την ακολούθησαν, καθώς αυτή οπισθοχωρούσε για να πάει εκεί που στεκόταν ακόμα η Ληάνε· σαν να ένιωθε πάνω της την πίεση των βλεμμάτων, κάθε βήμα ήταν πιο γοργό από το προηγούμενο. Όταν ξανάστριψε, πλάι στο τζάκι, το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο σαν τα δικά τους. Εξαιρετική γυναίκα. Ο Γκάρεθ δεν ήξερε αν στη θέση της θα τα κατάφερνε καλύτερα.

Οι Άες Σεντάι τον περίμεναν να πλησιάσει. Όταν έφτασε κοντά τους, η Σέριαμ είπε, «Δεχόμαστε ανεπιφύλακτα τους όρους σου, Άρχοντα Μπράυν, και ορκιζόμαστε να τους τηρήσουμε. Είναι πολύ λογικοί».

Η Καρλίνυα βέβαια δεν έδειχνε να τους θεωρεί λογικούς, αλλά αυτόν δεν τον ένοιαζε Αν χρειαζόταν, ήταν διατεθειμένος να ξεχάσει όλους τους όρους εκτός από τον τρίτο, να συνεχίσουν μέχρι τέλους.

Γονάτισε εκεί που ήταν, με τη δεξιά γροθιά στηριγμένη στο χαλί, κι αυτές τον κύκλωσαν, ακουμπώντας καθεμιά το χέρι στο σκυμμένο κεφάλι του. Αυτόν δεν τον ένοιαζε αν θα χρησιμοποιούσαν τη Δύναμη για να τον δεσμεύσουν στον όρκο του ή για να ψάξουν την αλήθεια —δεν ήξερε αν γινόταν κάτι τέτοιο, αλλά ποιος ήξερε στ’ αλήθεια τις ικανότητες των Άες Σεντάι;― κι αν σκόπευαν να κάνουν κάτι άλλο, δεν μπορούσε να τις εμποδίσει. Τον είχαν παγιδεύσει δυο μάτια, σαν ηλίθιο χωριατόπαιδο. Πραγματικά είχε μυαλό κυπρίνου. «Δίνω όρκο και υπόσχεση να σας υπηρετήσω πιστά μέχρι να γίνει δικός σας ο Λευκός Πύργος...»