Ήδη είχε αρχίσει να καταστρώνει σχέδια. Ο Ταντ και ίσως ένας-δυο Πρόμαχοι θα περνούσαν το ποτάμι για να δουν τι σκάρωναν οι Λευκομανδίτες. Ο Τζόνι, ο Μπάριμ και μερικοί άλλοι θα πήγαιναν στο Έμπου Νταρ· έτσι, ο Τζόνι δεν θα κατάπινε τη γλώσσα του κάθε φορά που έβλεπε τη «Μάρα» και την «Αμάινα», κι αυτοί που έστελνε θα ήξεραν πώς να στρατολογήσουν κόσμο.
«...να διαμορφώσω και να καθοδηγήσω το στρατό σας όσο καλύτερα μπορώ...»
Όταν το βουητό των ομιλιών στην κοινή αίθουσα ξεψύχησε, η Μιν σήκωσε το βλέμμα από τα σχέδια που ζωγράφιζε αργόσχολα στο τραπέζι βουτώντας το δάχτυλο στο κρασί. Κι ο Λογκαίν επίσης σάλεψε, σαν από θαύμα, όμως μόνο για να κοιτάξει τους ανθρώπους που ήταν στην κοινή αίθουσα, ή ίσως απλώς το βλέμμα του να είχε περάσει από μέσα τους· ποιος άραγε μπορούσε να ξέρει τι.
Ο Γκάρεθ Μπράυν και ο μεγαλόσωμος Ιλιανός Πρόμαχος βγήκαν πρώτοι από το πίσω δωμάτιο. Μπροστά στα έντονα σιωπηλά βλέμματα όλων, η Μιν άκουσε τον Μπράυν να λέει, «Πες τους ότι σε έστειλε μια υπηρέτρια ταβέρνας από το Έμπου Νταρ, αλλιώς θα σου κόψουν το κεφάλι και θα το στήσουν σε πάσσαλο».
Ο Ιλιανός γέλασε τρανταχτά. «Επικίνδυνη πόλη το Έμπου Νταρ». Τράβηξε τα δερμάτινα γάντια του από τη ζώνη του σπαθιού του και βγήκε στο δρόμο ενώ τα έβαζε.
Οι συζητήσεις ξανάρχισαν, καθώς εμφανιζόταν η Σιουάν. Η Μιν δεν άκουσε τι της είπε ο Μπράυν, όμως εκείνη ακολούθησε τον Πρόμαχο με μεγάλα βήματα, μουρμουρίζοντας μόνη της άγρια. Η Μιν είχε τη δυσάρεστη αίσθηση ότι οι Άες Σεντάι είχαν αποφασίσει να τιμήσουν τον ηλίθιο όρκο, για τον οποίο ήταν τόσο περήφανη η Σιουάν, να τον τιμήσουν εδώ και τώρα. Αν μπορούσε να πείσει τον εαυτό της ότι οι δύο Πρόμαχοι που έγερναν στον τοίχο δεν της έδιναν σημασία, μέσα σε μια στιγμή θα το έσκαγε από την πόρτα και θα βρισκόταν στη σέλα του Γουάιλντροουζ.
Η Σέριαμ και οι άλλες Άες Σεντάι βγήκαν τελευταίες, μαζί με τη Ληάνε, Η Μυρέλ έβαλε τη Ληάνε να καθίσει σε ένα τραπέζι και άρχισε να κουβεντιάζει κάτι μαζί της, ενώ οι υπόλοιπες άρχισαν να τριγυρνούν στο δωμάτιο, σταματώντας για να μιλήσουν σε κάθε Άες Σεντάι. Ό,τι κι αν έλεγαν, οι αντιδράσεις ποίκιλλαν, άλλες ξαφνιάζονταν απροκάλυπτα και άλλες χαμογελούσαν ευχαριστημένα, παρά τη μυθική αταραξία των Άες Σεντάι.
«Κάτσε εδώ», είπε η Μιν στον Λογκαίν, κάνοντας πίσω την ετοιμόρροπη καρέκλα της για να σηκωθεί. Ευχήθηκε να μην έκανε καμιά φασαρία όταν θα τον άφηνε μόνο του. Ο Λογκαίν κοίταζε τα πρόσωπα των Άες Σεντάι, ένα-ένα, και έμοιαζε να βλέπει περισσότερα απ’ όσα είχε δει εδώ και μέρες. «Κάτσε στο τραπέζι μέχρι να ξαναγυρίσω, Ντάλυν». Είχε ξεσυνηθίσει να βρίσκεται κοντά σε ανθρώπους που ήξεραν το πραγματικό του όνομα. «Σε παρακαλώ».
«Με πούλησε στις Άες Σεντάι». Η Μιν ένιωσε σοκ ακούγοντας τον να μιλά μετά από τόση σιωπή. Ο Λογκαίν ανατρίχιασε και μετά ένευσε. «Θα περιμένω».
Η Μιν δίστασε, αλλά, αν δεν μπορούσαν να τον σταματήσουν οι δύο Πρόμαχοι προτού κάνει καμιά ανοησία, οπωσδήποτε θα τον σταματούσαν οι Άες Σεντάι που γέμιζαν την αίθουσα Όταν έφτασε στην πόρτα, είδε κάποιον που έμοιαζε ιπποκόμος να οδηγεί αλλού ένα χοντρό ρούσο μουνούχι. Πρέπει να ήταν το άλογο του Μπράυν. Τα δικά τους άλογα δεν φαίνονταν πουθενά. Τέλος στα όνειρα περί διαφυγής. Θα τον τιμήσω τον παλιοόρκο! Θα τον τιμήσω! Αλλά δεν μπορούν τώρα να με εμποδίσουν να δω τον Ραντ. Έκανα ό,τι ήθελε η Σιουάν. Πρέπει να με αφήσουν να πάω κοντά του. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι οι Άες Σεντάι αποφάσιζαν μόνες τους τι έπρεπε να κάνουν και συνήθως έπαιρναν αποφάσεις και για τους άλλους.
Η Σιουάν παραλίγο θα έπεφτε πάνω της, καθώς έτρεχε βλοσυρή, με μια κουβέρτα τυλιγμένο κάτω από μασχάλη και με σακίδια σέλας κρεμασμένα στον ώμο της. «Πρόσεχε τον λίγο», σφύριξε μέσα από τα δόντια της χωρίς να σταματήσει. «Να μην του μιλήσει κανείς». Πήγε στις σκάλες, όπου μια γκριζομάλλα γυναίκα, μια υπηρέτρια, οδηγούσε τον Μπράυν να ανέβει, και ακολούθησε κι αυτή. Ήταν τέτοια η ματιά που κάρφωσε στην πλάτη του Μπράυν, που έμοιαζε έτοιμη να πιάσει το μαχαίρι της.
Η Μιν χαμογέλασε στον ψηλό, λεπτό Πρόμαχο που την είχε ακολουθήσει στην πόρτα. Αυτός στεκόταν δυο μέτρα παραπέρα, και μόλις που της έριχνε καμιά ματιά, όμως μέσα της δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις. «Είμαστε καλεσμένες τώρα. Φίλες». Ο Πρόμαχος δεν ανταπέδωσε το χαμόγελο. Που να πάρει και να σηκώσει τους άνδρες με τα παγερά πρόσωπα! Δεν μπορούσαν τουλάχιστον να δώσουν μια ιδέα του τι σκέφτονταν;