Ο Λογκαίν ακόμα περιεργαζόταν τις Άες Σεντάι, όταν η Μιν ξαναγύρισε στο τραπέζι. Ωραία στιγμή είχε διαλέξει η Σιουάν για να τον θέλει αμίλητο, πάνω που είχε αρχίσει να ξαναζωντανεύει. «Λογκαίν», του είπε μαλακά, ελπίζοντας ότι δεν θα την άκουγαν οι Πρόμαχοι που ακουμπούσαν στον τοίχο. Σχεδόν δεν έμοιαζαν ούτε να ανασαίνουν από τη στιγμή που είχαν πάρει θέσεις, με εξαίρεση όταν ένας την είχε ακολουθήσει. «Νομίζω ότι δεν πρέπει να πεις τίποτα μέχρι να σου πει η Μάρα τι σχεδιάζει. Σε κανέναν».
«Η Μάρα;» Την κοίταζε σκοτεινά, χλευαστικά. «Εννοείς τη Σιουάν Σάντσε;» Άρα θυμόταν αυτά που άκουγε στη ζαλάδα του. «Μοιάζει κανείς εδώ να θέλει να μου μιλήσει;» ξανάρχισε να κοιτάζει με σμιγμένα τα φρύδια.
Κανένας δεν έμοιαζε να θέλει να μιλήσει με έναν ειρηνεμένο ψεύτικο Δράκοντα. Με εξαίρεση τους δύο Προμάχους, κανένας δεν φαινόταν να δίνει σημασία στη Μιν και τον Λογκαίν. Η Μιν, αν δεν ήξερε, θα έλεγε ότι οι Άες Σεντάι ήταν ενθουσιασμένες. Δεν έμοιαζαν βέβαια να είναι σε λήθαργο πριν, αλλά τώρα έμοιαζαν να έχουν περισσότερη ζωντάνια, μιλούσαν σε μικρές ομάδες, έδιναν κοφτές εντολές στους Προμάχους. Τα χαρτιά, στα οποία πριν ήταν τόσο προσηλωμένες, τώρα έδειχναν παρατημένα. Η Σέριαμ και οι άλλες που είχαν πάρει κατά μέρος τη Σιουάν, είχαν επιστρέψει στο πίσω δωμάτιο, όμως η Ληάνε τώρα είχε δύο γραφείς στο τραπέζι της, γυναίκες που έγραφαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Κι ένα διαρκές ποτάμι από Άες Σεντάι συνέρεε στο πανδοχείο, εξαφανίζονταν πίσω από την πόρτα με τις φαγωμένες σανίδες και δεν ξανάβγαιναν. Ό,τι και να συνέβαινε εκεί μέσα, η Σιουάν τις είχε ξεσηκώσει για τα καλά.
Η Μιν ευχήθηκε να είχε τη Σιουάν στο τραπέζι, ή καλύτερα κάπου μόνη της, για πέντε λεπτά. Σίγουρα αυτή τη στιγμή έδερνε τον Μπράυν με τα σακίδια της σέλας του. Μπα, η Σιουάν δεν θα κατέφευγε σε κάτι τέτοιο, παρά τα άγρια βλέμματα της. Ο Μπράυν δεν ήταν σαν τον Λογκαίν, πελώριος σε όλες τις διαστάσεις και όλα τα συναισθήματα· ο Λογκαίν είχε κατορθώσει να κατανικήσει για ένα διάστημα τη Σιουάν με τον τρομερό όγκο του. Ο Μπράυν ήταν ήσυχος, μαζεμένος, όχι μικρόσωμος βεβαίως, αλλά δεν σε επισκίαζε κιόλας. Η Μιν δεν ήθελε να έχει για εχθρό της τον άνδρα που θυμόταν από το Κορ Σπρινγκς, αλλά της φαινόταν ότι ο Μπράυν δεν θα άντεχε για πολύ ενάντια στη Σιουάν. Μπορεί να πίστευε ότι θα περνούσε υποταγμένη το χρόνο της ποινής της ως υπηρέτριά του, όμως η Μιν δεν είχε καμία αμφιβολία για το ποιος θα κατέληγε να υπακούει ποιον. Έπρεπε να μιλήσει στη Σιουάν γι’ αυτόν.
Λες και την είχαν φέρει οι σκέψεις της, εμφανίστηκε η Σιουάν, που κουτρουβάλησε τα σκαλιά με έναν άσπρο μπόγο παραμάσχαλα. Ή σωστότερα θα έλεγε ότι είχε κατέβει τα σκαλιά με τρόπο γάτας που παραμονεύει· αν είχε ουρά, θα την κουνούσε. Κοντοστάθηκε μια στιγμή, παρατηρώντας τη Μιν και τον Λογκαίν, και μετά προχώρησε αποφασιστικά στην πόρτα που έβγαζε στην κουζίνα.
«Στάσου εδώ», προειδοποίησε η Μιν τον Λογκαίν. «Και σε παρακαλώ, μην πεις τίποτα μέχρι να μπορέσει να σου μιλήσει η... Σιουάν». Θα έπρεπε να ξανασυνηθίσει να τους λέει με τα σωστά ονόματά τους. Εκείνος ούτε που την κοίταξε.
Η Μιν πρόφτασε τη Σιουάν σε ένα διαδρομάκι λίγο πριν από τα μαγειρεία· από τις χαραμάδες στα σανίδια της πόρτας της κουζίνας ακούγονταν η κλαγγή και οι πάταγοι από κατσαρολικά και πιάτα που πλένονταν.
Τα μάτια της Σιουάν πλάτυναν από ανησυχία. «Γιατί τον άφησες; Ζει ακόμα;»
«Απ’ ό,τι βλέπω, θα ζήσει για πάντα. Σιουάν, κανένας δεν θέλει να του μιλήσει. Εγώ όμως πρέπει να μιλήσω μαζί σου». Η Σιουάν της έριξε στην αγκαλιά τον άσπρο μπόγο. Πουκάμισα. «Τι είναι αυτό;»
«Τα παλιοάπλυτα του άτιμου του Μπράυν», γρύλισε η άλλη. «Αφού είσαι και συ μια από τις υπηρέτριές του, μπορείς να τα πλύνεις. Πρέπει να μιλήσω στον Λογκαίν προτού τον βρει άλλος».
Η Μιν την έπιασε από το μπράτσο, καθώς πήγαινε να ξεγλιστρήσει. «Έχεις ένα λεπτό να ακούσεις. Όταν ήρθε ο Μπράυν, είδα μια εικόνα. Μια αύρα, έναν ταύρο να πετάει τριαντάφυλλα γύρω από το λαιμό του και... Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει σημασία εκτός από την αύρα. Ούτε καν που την κατάλαβα, όμως τα άλλα ήταν ακόμα πιο ακατανόητα».
«Τι κατάλαβες;»
«Αν θέλεις να ζήσεις, πρέπει να μείνεις κοντά του». Παρά τη ζέστη, η Μιν ανατρίχιασε. Μόνο άλλη μία φορά είχε δει ποτέ εικόνα με «αν» μέσα της· και τις δύο φορές ελλόχευε ο θάνατος. Λες και δεν έφτανε που μερικές φορές ήξερε τι επρόκειτο να συμβεί· αν άρχιζε να ξέρει και τι υπήρχε πιθανότητα να συμβεί... «Ένα ξέρω. Αν μείνει κοντά σου, ζεις. Αν απομακρυνθεί πολύ, πεθαίνεις. Πεθαίνετε και οι δύο. Δεν ξέρω γιατί είδα κάτι για σένα στην αύρα του, αλλά έμοιαζες να είσαι τμήμα του».