Η Σιουάν χαμογέλασε ξινά σαν να είχε φάει λεμόνι. «Καλύτερα να μπαρκάρω σε ένα σάπιο αμπάρι γεμάτο χέλια που ψάρεψαν τον περασμένο μήνα».
«Δεν φαντάστηκα ότι θα μας ακολουθήσει. Στ’ αλήθεια θα μας αναγκάσουν να φύγουμε μαζί του;»
«Α, όχι, Μιν. Θα οδηγήσει τις στρατιές μας στη νίκη. Και θα κάνει τη ζωή μου Χάσμα του Χαμού! Θα μου σώσει τη ζωή, ε; Δεν ξέρω αν αξίζει αυτό». Πήρε μια βαθιά ανάσα και έστρωσε τα φουστάνια της. «Όταν τα πλύνεις και τα σιδερώσεις, φέρ’ τα μου. Θα του τα ανεβάσω. Μπορείς να του καθαρίσεις τις μπότες προτού κοιμηθείς απόψε. Έχουμε ένα δωματιάκι —μια τρύπα― κοντά του, έτσι θα είμαστε δίπλα, αν φωνάξει να του σιάξουμε τα μαξιλάρια!» Χάθηκε προτού προλάβει η Μιν να διαμαρτυρηθεί.
Κοιτώντας το σωρό των πουκάμισων, κατάλαβε πολύ καλά ποια θα έκανε όλη τη μπουγάδα του Γκάρεθ Μπράυν, και δεν ήταν η Σιουάν Σάντσε. Πανάθεμά σε, Ραντ αλ’Θόρ. Όταν ερωτευόσουν έναν άνδρα, κατέληγες να πλένεις ρούχα, ακόμα κι αν ήταν τα ρούχα κάποιου άλλου. Όταν μπήκε στην κουζίνα και απαίτησε να της δώσουν λεκάνη και ζεστό νερό, μουρμούριζε χειρότερα από τη Σιουάν.
29
Αναμνήσεις από τη Σαλδαία
Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του μέσα στο σκοτάδι, ο Καντίρ έπαιζε νωχελικά με ένα μεγάλο μαντήλι στα χέρια του. Τα ανοιχτά παράθυρα της άμαξας άφηναν να μπαίνει το φεγγαρόφωτο, αλλά όχι κάποιο δροσερό αεράκι. Τουλάχιστον η Καιρχίν ήταν πιο δροσερή από την Ερημιά. Κάποια μέρα έλπιζε να επιστρέψει στη Σαλδαία, να περπατήσει στους κήπους όπου η αδελφή του η Τεοντόρα του είχε μάθει τα πρώτα γράμματα και αριθμούς. Του έλειπε η Τεοντόρα όσο του έλειπε και η Σαλδαία, εκείνοι οι βαριοί χειμώνες που τα δένδρα έσκαζαν επειδή πάγωναν οι χυμοί τους και ο μόνος τρόπος για να ταξιδέψεις ήταν με χιονοπέδιλα ή σκι. Εδώ, στις νότιες χώρες, η άνοιξη έμοιαζε με καλοκαίρι και το καλοκαίρι με το Χάσμα του Χαμού. Ο ιδρώτας κυλούσε πάνω του σχηματίζοντας ποταμάκια. Βαριαναστέναξε κι έχωσε τα δάχτυλα του σε ένα μικρό κενό, στο σημείο που το κρεβάτι ενωνόταν με το πλαϊνό της άμαξας. Άκουσε τον ήχο του διπλωμένου κομματιού περγαμηνής. Την άφησε εκεί. Ήξερε πια τα λόγια απ’ έξω.
Δεν είσαι μόνος μεταξύ ξένων. Η οδός έχει επιλεγεί.
Μόνο αυτό, χωρίς υπογραφή, φυσικά. Το είχε βρει χωμένο κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας του όταν γύρισε το βράδυ να ξεκουραστεί. Υπήρχε μια πόλη, ούτε τετρακόσια μέτρα παραπέρα, το Έιανροντ, αλλά ακόμα κι αν υπήρχε κανένα άδειο κρεβάτι εκεί, οι Αελίτες σίγουρα δεν θα τον άφηναν να κοιμηθεί μια νύχτα μακριά από τις άμαξες. Ούτε και η Άες Σεντάι θα τον άφηνε. Προς το παρόν, τα σχέδιά του συμβάδιζαν με αυτά της Μουαραίν. Ίσως κατάφερνε να ξαναδεί την Ταρ Βάλον. Επικίνδυνο μέρος γι’ ανθρώπους σαν και του λόγου του, όμως η δουλειά που γινόταν εκεί ήταν πάντα σημαντική, αναζωογονητική.
Έστρεψε πάλι τις σκέψεις του στο σημείωμα, αν κι ευχόταν να μπορούσε να το αγνοήσει. Η λέξη «επιλεγεί» τον έπειθε ότι το είχε γράψει κάποιος άλλος Σκοτεινόφιλος. Η πρώτη έκπληξη ήταν ότι το είχε λάβει τώρα, αφού είχαν διασχίσει σχεδόν ολόκληρη την Καιρχίν. Σχεδόν πριν από δύο μήνες, ακριβώς αφότου ο Τζέησιν Νατάελ είχε προσκολληθεί στον Ραντ αλ’Θόρ —για λόγους που δεν είχε καταδεχθεί ποτέ να εξηγήσει― και μετά την εξαφάνιση της καινούριας συνεργάτιδάς του, της Κέιλε Σαόγκι —ο Καντίρ υποψιαζόταν ότι ήταν θαμμένη στην Ερημιά με μια μαχαιριά από τον Νατάελ στην καρδιά, και καλά της ξεκουμπίδια― λίγο καιρό μετά απ’ αυτό, τον είχε επισκεφθεί μια Εκλεκτή. Η Λανφίαρ αυτοπροσώπως. Του είχε δώσει οδηγίες.
Αυτόματα το χέρι του πήγε στο στήθος του, και ψηλάφισε πάνω από το πουκάμισο τις ουλές από εγκαύματα που υπήρχαν εκεί. Σκούπισε το πρόσωπό του με το μαντήλι. Ένα μέρος του μυαλού του σκεφτόταν ψυχρά, όπως έκανε μια φορά τη μέρα από τότε, πως οι ουλές ήταν ένας αποτελεσματικός τρόπος για να του αποδείξει ότι δεν ήταν ένα συνηθισμένο όνειρο. Ένας συνηθισμένος εφιάλτης. Ένα άλλο μέρος σχεδόν παραληρούσε με ανακούφιση που η Λανφίαρ δεν είχε ξανάρθει.
Η δεύτερη έκπληξη του σημειώματος ήταν ο γραφικός χαρακτήρας. Ήταν γυναικείος, εκτός αν έκανε τεράστιο λάθος, και μερικά γράμματα ήταν γραμμένα με τρόπο που τώρα αναγνώριζε ότι ήταν συνηθισμένος στους Αελίτες. Ο Νατάελ του είχε πει ότι πρέπει να υπήρχαν Σκοτεινόφιλοι ανάμεσα στους Αελίτες —υπήρχαν Σκοτεινόφιλοι σε κάθε χώρα, σε κάθε λαό― αλλά ο Καντίρ δεν ήθελε να βρει αδέρφια στην Ερημιά. Οι Αελίτες θα σε σκότωναν με την ευκολία που σε κοίταζαν, και καμιά φορά παρεξηγούνταν ακόμα και που ανάσαινες.
Εν γένει, το σημείωμα σήμαινε καταστροφή. Πιθανόν ο Νατάελ να είχε πει σε κάποιον Αελίτη Σκοτεινόφιλο ποιος ήταν. Έστριψε θυμωμένα το μαντήλι, σχηματίζοντας ένα μακρύ λεπτό κορδόνι, και το τέντωσε μ’ έναν ξερό κρότο ανάμεσα στα χέρια του. Αν ο βάρδος και η Κέιλε δεν είχαν αποδείξεις πως βρίσκονταν ψηλά στα συμβούλια των Σκοτεινόφιλων, θα τους είχε σκοτώσει και τους δύο προτού πλησιάσουν την Ερημιά. Η μόνη άλλη πιθανότητα έκανε το στομάχι του να αναγουλιάσει. «Η οδός έχει επιλεγεί». Μπορεί να το είχαν βάλει απλώς για να γράψουν τη λέξη «επιλεγεί» που παρέπεμπε στους Εκλεκτούς, και ίσως να σήμαινε απλώς ότι κάποιος Εκλεκτός είχε αποφασίσει να τον χρησιμοποιήσει. Το σημείωμα δεν προερχόταν από τη Λανφίαρ· εκείνη απλώς θα του ξαναμιλούσε στα όνειρά του.