Παρά τη ζέστη ανατρίχιασε, αλλά ταυτόχρονα αναγκάστηκε να σκουπίσει το πρόσωπό του. Είχε την αίσθηση ότι η Λανφίαρ ήταν ζηλότυπο αφεντικό, αλλά, αν τον ήθελε ένας άλλος Εκλεκτός, ο Καντίρ δεν θα είχε άλλη επιλογή. Παρά τις υποσχέσεις που είχε δώσει μαζί με τους όρκους του όταν ήταν νεαρός, δεν έτρεφε πολλές ψευδαισθήσεις. Αν έμπαινε ανάμεσα σε δύο Εκλεκτούς, θα έλιωνε σαν γατάκι κάτω από ρόδα κάρου κι αυτοί δεν θα πρόσεχαν περισσότερο από το κάρο τι είχαν κάνει. Ευχήθηκε να ήταν στο σπίτι του στη Σαλδαία. Ευχήθηκε να ξανάβλεπε την Τεοντόρα.
Άκουσε κάτι να ξύνει την πόρτα και σηκώθηκε όρθιος· παρά τον όγκο του, ήταν πιο ευκίνητος απ’ όσο έδειχνε στους άλλους. Σκουπίζοντας το πρόσωπο και το λαιμό του, πέρασε πλάι από την πλίνθινη εστία, την οποία φυσικά δεν χρειαζόταν εδώ, και από τα ντουλάπια, που ήταν περίτεχνα σκαλισμένα και βαμμένα. Όταν άνοιξε την πόρτα, μια λεπτή μορφή ντυμένη με μαύρη ρόμπα χίμηξε και πέρασε από δίπλα του. Εκείνος έριξε μια γοργή ματιά τριγύρω στο φεγγαρόλουστο σκοτάδι για να βεβαιωθεί πως κανείς δεν έβλεπε —οι οδηγοί ροχάλιζαν κάτω από τις άλλες άμαξες και οι Αελίτες σκοποί δεν πήγαιναν ποτέ ανάμεσα στις άμαξες― και ξανάκλεισε βιαστικά την πόρτα.
«Δεν ζεσταίνεσαι, Ισέντρε;», χασκογέλασε. «Βγάλε τη ρόμπα και βολέψου».
«Όχι, ευχαριστώ», είπε εκείνη με πικρή φωνή από τα σκιερά βάθη της κουκούλας της. Στεκόταν αλύγιστη, αλλά πού και πού τιναζόταν· το μαλλί πρέπει να της προκαλούσε φαγούρα περισσότερο απ’ όσο συνήθως.
Εκείνος χασκογέλασε ξανά. «Όπως επιθυμείς». Υποψιαζόταν πως, κάτω από κείνη τη ρόμπα, οι Κόρες του Δόρατος ακόμα της απαγόρευαν να φορά οτιδήποτε εκτός από τα κλεμμένα κοσμήματα, αν φορούσε καν αυτά. Είχε γίνει σεμνότυφη από τότε που την είχαν περιλάβει οι Κόρες. Ο Καντίρ δεν καταλάβαινε γιατί η γυναίκα είχε φανεί τόσο ηλίθια ώστε να κλέψει. Ο ίδιος πάντως δεν είχε φέρει καμία αντίρρηση όταν την είχαν τραβήξει από την άμαξα σέρνοντας την από τα μαλλιά, ενώ αυτή τσίριζε· χαιρόταν μόνο που δεν είχαν σκεφτεί μήπως είχε ανάμιξη κι ο ίδιος. Η απληστία της είχε δυσκολέψει τη δουλειά του. «Έχεις να αναφέρεις τίποτα για τον αλ’Θόρ ή τον Νατάελ;» Οι περισσότερες οδηγίες της Λανφίαρ είχαν να κάνουν με το ότι έπρεπε να παρακολουθεί στενά αυτούς τους δύο, και ο Καντίρ δεν ήξερε καλύτερο τρόπο να παρακολουθήσεις άνδρα από το να βάλεις μια γυναίκα στο κρεβάτι του. Κάθε άνδρας λέει στη σύντροφό του στο κρεβάτι πράγματα που έχει ορκιστεί να κρατήσει κρυφά, κομπάζει για τα σχέδιά του, αποκαλύπτει τις αδυναμίες του, ακόμα κι αν είναι ο Αναγεννημένος Δράκοντας και εκείνος της Αυγής, όπως τον αποκαλούσαν οι Αελίτες.
Η άλλη ανατρίχιασε σύγκορμη. «Τουλάχιστον μπορώ να πλησιάσω τον Νατάελ». Να τον πλησιάσει; Μια φορά που οι Κόρες την είχαν πιάσει να μπαίνει κρυφά στη σκηνή του, είχαν αρχίσει σχεδόν να την πετάνε εκεί μέσα κάθε νύχτα. Η Ισέντρε πάντα εξωράιζε τις καταστάσεις. «Όχι ότι μου λέει τίποτα. Περίμενε. Δείξε υπομονή. Σιωπή. Συμβιβάσου με το πεπρωμένο, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Τα λέει αυτά κάθε φορά που πάω να τον ρωτήσω κάτι. Κυρίως, το μόνο που θέλει είναι να παίζει μουσική που δεν έχω ακούσει ποτέ άλλοτε και να κάνει έρωτα». Δεν είχε ποτέ να πει κάτι παραπάνω για τον βάρδο. Για εκατοστή φορά ο Καντίρ αναρωτήθηκε γιατί η Λανφίαρ ήθελε να παρακολουθείται ο Νατάελ. Ο άνθρωπος υποτίθεται ότι ήταν όσο πιο ψηλά μπορούσε να φτάσει ένας Σκοτεινόφιλος, μονάχα ένα βήμα πιο κάτω από τους Εκλεκτούς.
«Να θεωρήσω ότι ακόμα δεν κατάφερες να τρυπώσεις στο κρεβάτι του αλ’Θόρ;» τη ρώτησε, περνώντας από δίπλα της για να καθίσει στο κρεβάτι.
«Όχι». Σπαρτάρησε με δυσφορία.
«Τότε θα πρέπει να προσπαθήσεις πιο πολύ, έτσι δεν είναι; Με κούρασαν οι αποτυχίες, Ισέντρε, και οι αφέντες μας δεν είναι υπομονετικοί όσο εγώ. Είναι ένας απλός άνδρας, παρά τους τίτλους του». Η Ισέντρε συχνά κόμπαζε μπροστά του ότι μπορούσε να αποκτήσει όποιον άνδρα ήθελε, και να τον βάλει να κάνει ό,τι του ζητούσε. Είχε δείξει στον Καντίρ την πηγή των κομπασμών της. Δεν ήταν αναγκασμένη να κλέβει τα κοσμήματα· θα της αγόραζε αυτός ό,τι ήθελε. Ο Καντίρ της είχε πράγματι αγοράσει περισσότερα απ’ όσα άντεχε το πορτοφόλι του. «Οι άτιμες οι Κόρες δεν μπορεί να τον παρακολουθούν κάθε δευτερόλεπτο, και όταν θα είσαι στο κρεβάτι του, δεν θα τις αφήσει να σε πειράξουν». Μια φορά να τη γευόταν ο Ραντ, θα αρκούσε. «Έχω απόλυτη πίστη και εμπιστοσύνη στις ικανότητες σου».