Выбрать главу

«Όχι». Και αυτή τη φορά μάλιστα η λέξη ήταν ακόμα πιο κοφτή.

Εκείνος δίπλωσε και ξεδίπλωσε το μαντήλι ενοχλημένος. «Το “όχι” είναι μια λέξη που δεν αρέσει στους αφέντες μας, Ισέντρε». Αυτό σήμαινε τους άρχοντές τους μεταξύ των Σκοτεινόφιλων· σε καμία περίπτωση όλους τους άρχοντες και τις αρχόντισσες —ο ιπποκόμος μπορεί να έδινε διαταγές σε μια αρχόντισσα, ο διακονιάρης σ’ έναν δικαστή― αλλά αυτοί επέβλεπαν την τήρηση των διαταγών τους αυστηρά όσο οι αριστοκράτες, και συνήθως αυστηρότερα. «Δεν είναι μια λέξη που θα ήθελε να ακούσει η κυρά μας».

Η Ισέντρε ρίγησε. Δεν είχε πιστέψει την ιστορία του μέχρι που της είχε δείξει τα εγκαύματα στο στέρνο του, αλλά από τότε η αναφορά του ονόματος της Λανφίαρ αρκούσε για να καταπνίξει κάθε ανταρσία της. Αυτή τη φορά όμως άρχισε να σιγοκλαίει. «Δεν μπορώ, Χάντναν. Όταν σταματήσαμε απόψε, σκέφτηκα ότι ίσως έβρισκα μια ευκαιρία, αφού θα ήμασταν σε πόλη και όχι σε σκηνές, αλλά με έπιασαν προτού φτάσω στα δέκα βήματα απ’ αυτόν». Κατέβασε την κουκούλα της και αυτός έμεινε χάσκοντας, καθώς το φεγγαρόφωτο έπαιζε πάνω στο γυμνό κρανίο της. Ακόμα και τα φρύδια της είχαν χαθεί. «Με ξύρισαν, Χάντναν. Η Αντελίν και η Ενάιλα και η Τζόλιεν, με έριξαν κάτω και μου ξύρισαν όλες τις τρίχες. Με έδειραν με τσουκνίδες, Χάντναν». Έτρεμε σαν βλαστάρι σε δυνατό αέρα, μισόκλαιγε με το στόμα μισάνοιχτο, μασώντας τις λέξεις της. «Έχω φαγούρα από τους ώμους ως τα γόνατα και με καίει τόσο, που δεν μπορώ να ξυστώ. Είπαν ότι θα με βάλουν να φορέσω τσουκνίδες έτσι και τολμήσω έστω να ξανακοιτάξω προς το μέρος του. Το εννοούσαν, Χάντναν. Το έκαναν! Είπαν ότι θα με δώσουν στην Αβιέντα, και μου είπαν τι θα μου κάνει. Δεν μπορώ, Χάντναν. Όχι πάλι. Δεν μπορώ».

Αποσβολωμένος, έμεινε να την κοιτάζει. Είχε τόσο ωραία μελαχρινά μαλλιά. Αλλά ήταν όμορφη, τόσο, που ακόμα και το γεγονός ότι ήταν κουρεμένη σαν αυγό απλώς την έκανε να μοιάζει εξωτική. Τα δάκρυα και τα πρησμένα χαρακτηριστικά της δεν αφαιρούσαν πολύ από την ομορφιά της. Έστω και για μια νύχτα αν κατάφερνε να μπει στο κρεβάτι του αλ’Θόρ... Αλλά δεν επρόκειτο να συμβεί. Οι Κόρες την είχαν κάνει να λυγίσει. Κι ο ίδιος είχε κάνει ανθρώπους να λυγίσουν, και ήξερε τα σημάδια. Ήσουν τόσο πρόθυμος να αποφύγεις την τιμωρία, ώστε ήσουν πρόθυμος να υπακούσεις. Το μυαλό δεν θέλει να παραδεχτεί ότι αποφεύγει κάτι, επομένως η Ισέντρε σύντομα θα έπειθε τον εαυτό της ότι ήθελε στ’ αλήθεια να υπακούσει, ότι ήθελε στ’ αλήθεια να ευχαριστήσει τις Κόρες.

«Τι σχέση έχει μ’ αυτό η Αβιέντα;» μουρμούρισε ο Καντίρ. Πόσον ακόμα καιρό θα χρειαζόταν η Ισέντρε μέχρι να νιώσει την ανάγκη να ομολογήσει και τις αμαρτίες της;

«Ο αλ’Θόρ κοιμάται μαζί της από το Ρουίντιαν και μετά, ανόητε! Περνάει κάθε νύχτα της μαζί του. Οι Κόρες πιστεύουν ότι θα τον παντρευτεί». Ακόμα και μέσα στους λυγμούς της, φαινόταν πίκρα και οργή. Δεν θα της άρεσε, αν μια άλλη είχε πετύχει εκεί που η ίδια είχε αποτύχει. Σίγουρα αυτός ήταν ο λόγος που δεν του το είχε πει ως τώρα.

Η Αβιέντα ήταν μια πανέμορφη γυναίκα, παρά το άγριο βλέμμα της, με πλούσιο στήθος σε σύγκριση με τις περισσότερες Κόρες, όμως ο Καντίρ δεν θα δίσταζε να βάλει την Ισέντρε απέναντί της, αν μόνο... Η Ισέντρε είχε γίνει ένα κουβάρι εκεί στο σεληνόφως που έπεφτε από τα παράθυρα, τρέμοντας από την κορφή ως τα νύχια, κλαψουρίζοντας με το στόμα ανοιχτό, με δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της χωρίς καν τα σκουπίζει. Θα κυλιόταν παρακαλώντας στο χώμα, αν η Αβιέντα την κοίταζε σμίγοντας τα φρύδια.

«Πολύ καλά», της είπε τρυφερά. «Άμα δεν μπορείς, δεν μπορείς. Πάντως, μπορείς ακόμα να κλέψεις κάποιο μυστικό του Νατάελ». Σηκώθηκε και την έπιασε από τους ώμους για να τη γυρίσει προς την πόρτα.

Εκείνη τινάχτηκε για να αποφύγει το άγγιγμα του, όμως γύρισε. «Ο Νατάελ δεν θα θέλει ούτε να με δει για μέρες», είπε οξύθυμα, μέσα στο λόξιγκα, ρουφώντας τη μύτη της. Ανά πάσα στιγμή θα την ξανάπιαναν λυγμοί, όμως ο τόνος του έδειχνε να την καταπραΰνει. «Είμαι κατακόκκινη, Χάντναν. Κατακόκκινη, λες και ήμουν ξαπλωμένη στον ήλιο όλη μέρα. Και τα μαλλιά μου. Θα κάνουν χρόνια να ξαναμεγαλώσουν όπ―»

Καθώς η Ισέντρε άπλωνε το χέρι στην πόρτα και το βλέμμα της έπεφτε στο χερούλι, ο Καντίρ μέσα σε μια στιγμή στριφογύρισε το μαντήλι, φτιάχνοντας κορδόνι, και το πέρασε γύρω από το λαιμό της. Προσπάθησε να αγνοήσει το βραχνό, υγρό ρόγχο της, το έξαλλο ξύσιμο των ποδιών στο πάτωμα. Τα δάχτυλά της προσπαθούσαν να γδάρουν τα χέρια του, όμως αυτός κοίταζε ίσια μπροστά. Ακόμα και με τα μάτια του ανοιχτά, έβλεπε την Τεοντόρα· πάντα την έβλεπε, όταν σκότωνε γυναίκα. Αγαπούσε την αδελφή του, όμως είχε ανακαλύψει το μυστικό του και δεν θα κρατούσε το στόμα της κλειστό. Οι φτέρνες της Ισέντρε βροντοχτυπούσαν με δύναμη κάτω, όμως ύστερα από μια αιωνιότητα, όπως του φάνηκε, βράδυναν, έμειναν ακίνητες, και η Ισέντρε έμεινε ένα νεκρό βάρος στην αγκαλιά του. Κράτησε σφιχτά το κορδόνι μέχρι να μετρήσει ως το εξήντα και μετά το ξετύλιξε και την άφησε να πέσει. Ήταν έτοιμη να ομολογήσει. Θα ομολογούσε ότι ήταν Σκοτεινόφιλη. Θα τον έδειχνε με το δάχτυλο.