Έψαξε ψηλαφητά τα ντουλάπια και έβγαλε ένα χασαπομάχαιρο. Θα ήταν δύσκολο να ξεφορτωθεί ένα ολόκληρο πτώμα, αλλά ευτυχώς οι νεκροί δεν αιμορραγούσαν πολύ· η ρόμπα θα απορροφούσε όσο αίμα χυνόταν. Ίσως μπορούσε να βρει τη γυναίκα που του είχε αφήσει το σημείωμα κάτω από την πόρτα. Ακόμα κι αν δεν ήταν όσο όμορφη έπρεπε, σίγουρα θα είχε φίλες που ήταν Σκοτεινόφιλες. Τον Νατάελ δεν θα τον ένοιαζε αν τον επισκεπτόταν Αελίτισσα —ο Καντίρ προσωπικά θα προτιμούσε να κοιμηθεί με οχιά· οι Αελίτισσες ήταν επικίνδυνες― και ίσως μια Αελίτισσα να είχε καλύτερες πιθανότητες εναντίον της Αβιέντα. Γονάτισε, σιγομουρμουρίζοντας ήσυχα καθώς δούλευε ένα νανούρισμα που του είχε μάθει η Τεοντόρα.
30
Ένα Στοίχημα
Ένα γλυκό νυχτερινό αεράκι φύσηξε σ’ ολόκληρη τη μικρή πόλη του Έιανροντ κι ύστερα καταλάγιασε. Καθισμένος στο πέτρινο παραπέτο της πλατιάς επίπεδης γέφυρας στην καρδιά της πόλης, ο Ραντ σκέφτηκε ότι η αύρα ήταν ζεστή, αλλά δεν την ένιωθε να τον ζεσταίνει σε σύγκριση με τον αέρα της Ερημιάς. Μπορεί να ήταν ζεστή για βράδυ, αλλά όχι αρκετά για να ξεκουμπώσει το κόκκινο σακάκι του. Το ποτάμι από κάτω του ποτέ δεν ήταν μεγάλο και τώρα είχε το μισό πλάτος του, όμως ο Ραντ ακόμα απολάμβανε να βλέπει το νερό να κυλά προς το βορρά, με τις φεγγαροσκιές που έριχναν τα περαστικά σύννεφα να παίζουν στη σκοτεινή, λαμπυριστή επιφάνεια. Στην πραγματικότητα, αυτός ήταν ο λόγος που βρισκόταν εδώ έξω νυχτιάτικα· για να κοιτάξει για λίγη ώρα το τρεχούμενο νερό. Τα ξόρκια φύλαξης είχαν τοποθετηθεί και περικύκλωναν το στρατόπεδο των Αελιτών, που με τη σειρά του περικύκλωνε την πόλη. Οι Αελίτες με τη σειρά τους φυλούσαν σκοπιά τόσο προσεκτικά, που ούτε χελιδόνι δεν μπορούσε να περάσει χωρίς να το δουν. Ο Ραντ μπορούσε να σπαταλήσει μια ώρα έτσι, να γαληνεύεται από τη ροή ενός ποταμού.
Σίγουρα ήταν καλύτερο από άλλες νύχτες που έπρεπε να διατάξει τη Μουαραίν να φύγει, ώστε να μπορέσει να μελετήσει με τον Ασμόντιαν. Η Μουαραίν μάλιστα είχε αποκτήσει τη συνήθεια να του φέρνει το φαγητό του και να του μιλάει όσο έτρωγε, σαν να σκόπευε να του γεμίσει το κεφάλι μ’ όσα ήξερε προτού φτάσουν στην πόλη της Καιρχίν. Ο Ραντ δεν άντεχε να την αντικρίσει πάλι να τον ικετεύει να μείνει —να τον ικετεύει στ’ αλήθεια!― όπως είχε κάνει την περασμένη νύχτα. Για μια γυναίκα σαν τη Μουαραίν, αυτή η συμπεριφορά ήταν τόσο αφύσικη, που είχε θελήσει να συμφωνήσει μόνο και μόνο για να σταματήσει να τον ικετεύει. Και μάλλον αυτός ήταν ο λόγος που το είχε κάνει. Καλύτερα μια ώρα να αφουγκράζεται τα ήσυχα, υγρά ρυτιδίσματα του ποταμού. Με λίγη τύχη, η Μουαραίν θα είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια γι’ απόψε.
Ο πηλός που απλωνόταν σε πλάτος οκτώ ή δέκα βημάτων ανάμεσα στο νερό και στα χορτάρια, τόσο δεξιά όσο και αριστερά εκεί κάτω, είχε ψηθεί και είχε ραγίσει. Ο Ραντ σήκωσε το βλέμμα, καθώς σύννεφα περνούσαν μπροστά από το φεγγάρι. Μπορούσε να δοκιμάσει να κάνει τα σύννεφα να ρίξουν βροχή. Τα δύο σιντριβάνια της πόλης ήταν κατάστεγνα και τα περισσότερα πηγάδια ήταν τόσο βρώμικα, που δεν μπορούσαν να καθαριστούν, ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο, που δεν ήταν, είχε γεμίσει σκόνη. Η λέξη «δοκιμάσει» ήταν όμως η σωστή. Κάποτε είχε φέρει βροχή· το κόλπο ήταν να θυμηθεί πώς το είχε καταφέρει. Αν το κατόρθωνε, τότε αυτή τη φορά θα προσπαθούσε να μην γίνει κατακλυσμός και να μην ξεσπάσει μια ανεμοθύελλα που θα παράσερνε τα δένδρα.
Ο Ασμόντιαν δεν θα βοηθούσε· απ’ ό,τι φαινόταν, δεν ήξερε πολλά για τον καιρό. Για κάθε τι που του δίδασκε ο Αποδιωγμένος, υπήρχαν δύο ακόμα που έκαναν τον Ασμόντιαν να σηκώνει τα χέρια ανήμπορος ή να δίνει αόριστες υποσχέσεις. Κάποτε ο Ραντ νόμιζε ότι ο Αποδιωγμένοι ήξεραν τα πάντα, ότι ήταν σχεδόν παντοδύναμοι. Αλλά, αν οι υπόλοιποι ήταν σαν τον Ασμόντιαν, τότε είχαν και άγνοια και αδυναμίες. Ίσως ο Ραντ για κάποια θέματα να ήξερε περισσότερα από τους Αποδιωγμένους. Περισσότερα από κάποιους Αποδιωγμένους, για την ακρίβεια. Το πρόβλημα ήταν να βρει ποιοι ήταν. Η Σέμιραγκ ήταν σχεδόν εξίσου αδύναμη με τον Ασμόντιαν στο χειρισμό του καιρού.