Выбрать главу

Ανατρίχιασε, λες και ήταν νύχτα στην Τρίπτυχη Γη. Ο Ασμόντιαν δεν του τα είχε πει ποτέ αυτά. Αν ήθελε να κλείσει μάτι απόψε, θα ήταν καλύτερο να πάψει τις σκέψεις και να αφουγκραστεί τα νερά.

Τον πλησίασε η Σούλιν, με το σούφα να κρέμεται γύρω από τους ώμους, έτσι ώστε να αφήνει ξέσκεπα τα κοντά άσπρα μαλλιά της, κι έγειρε στο παραπέτο. Η νευρώδης Κόρη ήταν οπλισμένη για μάχη, με τόξο και βέλη, δόρατα και μαχαίρι και στρογγυλή ασπίδα. Είχε αναλάβει τη διοίκηση των φυλάκων του απόψε. Δυο δωδεκάδες Φαρ Ντάραϊς Μάι κάθονταν ανέμελα στη γέφυρα δέκα βήματα παραπέρα. «Παράξενη νύχτα», του είπε. «Παίζαμε ζάρια, όμως ξαφνικά όλοι άρχισαν να ρίχνουν μονάχα εξάρες».

«Συγγνώμη», της είπε χωρίς να το σκεφτεί, κι εκείνη του έριξε μια αλλόκοτη ματιά. Δεν το ήξερε, φυσικά· ο Ραντ δεν το είχε διαδώσει. Τα ρυτιδίσματα που προκαλούσε ως τα’βίρεν απλώνονταν με παράξενους, τυχαίους τρόπους. Ακόμα και οι Αελίτες δεν θα τον ζύγωναν, αν το ήξεραν.

Νωρίτερα, την ίδια μέρα το έδαφος είχε υποχωρήσει κάτω από τρία Σκυλιά της Πέτρας ρίχνοντας τους σε φωλιά από οχιές, όμως τα δεκάδες δαγκώματα είχαν πετύχει μόνο τα ρούχα τους. Ο Ραντ ήξερε ότι το είχε προκαλέσει ο ίδιος, στρεβλώνοντας τις πιθανότητες. Ο Ταλ Νέθιν, ο σελοποιός, είχε επιζήσει από το Τάιεν μόνο και μόνο για να σκοντάψει σε μια πέτρα τώρα το μεσημέρι και να σπάσει τον αυχένα του, πέφτοντας σε ίσωμα γεμάτο γρασίδι. Ο Ραντ φοβόταν ότι και αυτό το είχε προκαλέσει ο ίδιος. Από την άλλη μεριά, ο Μπάελ και ο Τζέραν είχαν δώσει τέλος στη βεντέτα αίματος που υπήρχε μεταξύ του Σάαραντ και του Γκόσιεν, ενώ ο Ραντ ήταν μαζί τους και, προχωρώντας, έτρωγε ξεραμένο κρέας για μεσημεριανό κολατσιό. Ακόμα δεν συμπαθούσαν ο ένας τον άλλο και δεν έδειχναν να πολυκαταλαβαίνουν τι ακριβώς είχαν κάνει, αλλά είχε γίνει κι είχαν δοθεί υποσχέσεις και όρκοι ύδατος, με τον καθένα τους να κρατά το κύπελλο για να πιει ο άλλος· μπορεί να περνούσαν γενιές μέχρι οι Σάαραντ και οι Γκόσιεν να έκαναν έστω μια επιδρομή για να κλέψουν τα πρόβατα ή τα κατσίκια ή τα γελάδια του άλλου.

Ο Ραντ αναρωτιόταν αν αυτές οι τυχαίες επιδράσεις θα απέβαιναν ποτέ σε όφελός του· ίσως αυτό ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να γίνει. Δεν ήξερε τι άλλο είχε συμβεί σήμερα, για το οποίο ίσως έφταιγε αυτός· ποτέ δεν ρωτούσε και προτιμούσε να μην μαθαίνει. Οι Μπάελ και οι Τζέραν μόνο εν μέρει μπορούσαν να αντισταθμίσουν τους όποιους Ταλ Νέθιν.

«Μέρες έχω να δω την Ενάιλα και την Αντελίν», είπε. Υπήρχαν και χειρότερα θέματα συζήτησης. Αυτές οι συγκεκριμένες δύο έδειχναν ζηλότυπες για τη θέση τους, καθώς τον φρουρούσαν. «Είναι άρρωστες;»

Η ματιά που του έριξε η Σούλιν ήταν ακόμα πιο αλλόκοτη. «Θα επιστρέψουν όταν μάθουν ότι δεν πρέπει πια να παίζουν με κούκλες, Ραντ αλ’Θόρ».

Αυτός άνοιξε το στόμα, και μετά το ξανάκλεισε. Οι Αελίτες ήταν παράξενοι —τα μαθήματα της Αβιέντα συχνά έτειναν να τους δείχνουν περισσότερο κι όχι λιγότερο παράξενους― όμως αυτό ήταν γελοίο. «Τέλος πάντων, πες τους ότι είναι μεγάλες γυναίκες και θα ’πρεπε να φέρονται αναλόγως».

Ακόμα και στο φεγγαρόφωτο, κατάλαβε ότι το χαμόγελο της έδειχνε ικανοποίηση. «Θα γίνει όπως επιθυμεί ο Καρ’α’κάρν». Τι σήμαινε αυτό; Τον κοίταξε μια στιγμή, με τα χείλη σουφρωμένα σκεφτικά. «Ακόμα δεν έφαγες απόψε. Έχει ακόμα αρκετό φαΐ για όλους και δεν θα το στερήσεις από άλλον, αν μείνεις νηστικός. Αν δεν φας, οι άνθρωποι θα ανησυχήσουν μήπως αρρώστησες. Και θ’ αρρωστήσεις».

Εκείνος γέλασε μαλακά, μ’ ένα βραχνό, ασθματικό ήχο. Τη μια στιγμή ήταν ο Καρ’α’κάρν και την άλλη... Αν δεν πήγαινε να φάει κάτι, μάλλον θα του το έφερνε η Σούλιν. Και επιπλέον θα προσπαθούσε να το τον ταΐσει. «Θα φάω. Η Μουαραίν θα πρέπει να ’χει ξαπλώσει πια». Αυτή τη φορά το παράξενο βλέμμα της του έφερε ικανοποίηση· έτσι για αλλαγή, είχε πει κάτι που εκείνη δεν καταλάβαινε.

Ενώ κατέβαζε τα πόδια από το παραπέτο, άκουσε το κροτοβολητό από οπλές αλόγου να αντηχεί στο λιθόστρωτο δρόμο που έβγαζε στη γέφυρα. Αμέσως, όλες οι Κόρες σηκώθηκαν, με τα πρόσωπα πεπλοφορεμένα και με βέλη σε μισοτραβηγμένες χορδές. Το χέρι του πήγε από ένστικτο στη ζώνη του, όμως το σπαθί δεν ήταν εκεί. Οι Αελίτες ένιωθαν παράξενα βλέποντάς τον να ιππεύει άλογο και να μεταφέρει αυτό το αντικείμενο στη σέλα του· δεν ήθελε να προσβάλλει κι άλλο τα έθιμά τους φορώντας το. Πάντως τα άλογα δεν ήταν πολλά και έρχονταν με μετρημένο βήμα.

Όταν εμφανίστηκαν οι καβαλάρηδες, περικυκλωμένοι από μια ομάδα πενήντα Αελιτών, ήταν λιγότεροι από είκοσι κι έγερναν στις σέλες αποθαρρυμένοι. Οι περισσότεροι είχαν κράνη με στενό γύρο και Δακρυνά σακάκια με φαρδιά, ριγέ μανίκια κάτω από τα προστήθιά τους. Οι δύο που προπορεύονταν φορούσαν περίτεχνα στολισμένους θώρακες και μεγάλα λευκά φτερά ξεπηδούσαν από την πρόσοψη του κράνους, ενώ οι ρίγες στα μανίκια τους γυάλιζαν σαν σατέν στο φως του φεγγαριού. Πέντ’ έξι άνδρες στην οπισθοφυλακή όμως, κοντύτεροι και πιο μικρόσωμοι από τους Δακρυνούς —δύο με μικρά λάβαρα που λέγονταν κον σε κοντούς ιστούς στερεωμένα στις πλάτες τους — φορούσαν σκούρα σακάκια και κράνη με σχήμα καμπάνας, κομμένα έτσι ώστε να φαίνονται τα πρόσωπά τους. Οι Καιρχινοί χρησιμοποιούσαν λάβαρα, για να ξεχωρίζουν οι αξιωματικοί στη μάχη κι επίσης για να διακρίνονται οι προσωπικοί βοηθοί των αρχόντων.