Выбрать главу

Οι Δακρυνοί με τα φτερά έμειναν να κοιτάζουν όταν τον είδαν, αντάλλαξαν έκπληκτες ματιές, και μετά ξεπέζεψαν βιαστικά για να έρθουν και να γονατίσουν μπροστά του, με τα κράνη παραμάσχαλα. Ήταν νεαροί, ελάχιστα μεγαλύτεροί του, και είχαν και οι δύο περιποιημένη μαύρη γενειάδα, που κατέληγε σε μυτερό άκρο, όπως ήταν η μόδα στους Δακρυνούς αριστοκράτες. Οι θώρακές τους ήταν γουβιασμένοι και τα επίχρυσα στολίδια πελεκημένα· κάπου είχαν πολεμήσει με σπαθιά. Κανείς τους δεν έριξε έστω μια ματιά στους Αελίτες που τους κύκλωναν, λες και θα εξαφανίζονταν, αν τους αγνοούσαν. Οι Κόρες κατέβασαν τα πέπλα, αν και φαίνονταν έτοιμες να τρυπήσουν με δόρυ ή με τόξο τους γονατισμένους άνδρες.

Ο Ρούαρκ ακολούθησε τους Δακρυνούς, με έναν γκριζομάτη Αελίτη που ήταν νεότερος και κάπως πιο ψηλός από τον ίδιο, και στάθηκαν πίσω τους. Ο Μάνγκιν ήταν από το Τζίντο Τάαρνταντ, κι ένας από κείνους που είχαν πάει στην Πέτρα του Δακρύου. Το Τζίντο έφερνε τους καβαλάρηδες.

«Άρχοντα Δράκοντα», είπε το παχουλό, ροδαλό αρχοντόπουλο, «που να καεί η ψυχή μου, σε πήραν και σένα αιχμάλωτο;» Ο σύντροφός του, με αυτιά σαν χερούλι κανάτας και μύτη σαν πατάτα, που τον έκαναν να μοιάζει με αγρότη, παρά τη γενειάδα του, παραμέριζε νευρικά από το μέτωπό του τα ίσια μαλλιά που όλο ξανάπεφταν. «Είπαν ότι θα μας πάνε σε κάποιον τύπο της Αυγής. Τον Καρ’α’κάρν. Αυτό σημαίνει κάτι για αρχηγούς, αν θυμάμαι καλά τι μου έλεγε ο δάσκαλός μου. Συγχώρεσέ με, Άρχοντα Δράκοντα. Είμαι ο Εντόριον του Οίκου Σελόρνα και αυτός είναι ο Εστέαν του Οίκου Αντιάμα».

«Εγώ είμαι Εκείνος Που Έρχεται Με την Αυγή», τους είπε ήσυχα ο Ραντ. «Κι ο Καρ’α’κάρν». Τώρα τους θυμόταν: νεαροί άρχοντες που περνούσαν τον καιρό τους μεθοκοπώντας, στοιχηματίζοντας και κυνηγώντας τον ποδόγυρο, όταν αυτός βρισκόταν στην Πέτρα. Τα μάτια του Εστέαν γούρλωσαν, παραλίγο θα του έπεφταν· ο Εντόριον φάνηκε εξίσου έκπληκτος για μια στιγμή και ύστερα ένευσε αργά, σαν να καταλάβαινε τώρα ότι αυτό ήταν λογικό. «Σηκωθείτε. Ποιοι είναι οι Καιρχινοί σύντροφοί σας;» Θα ήταν ενδιαφέρον να συναντούσε Καιρχινούς που δεν έτρεχαν να γλιτώσουν από το Σάιντο και από όποιους άλλους Αελίτες έβλεπαν. Και μάλιστα, αν ήταν μαζί με τον Εντόριον και τον Εστέαν, ίσως να ήταν οι πρώτοι υποστηρικτές του που είχε συναντήσει σ’ αυτά τα μέρη. Αν οι πατέρες των δύο Δακρυνών είχαν ακολουθήσει τις εντολές του. «Φέρτε τους μπροστά».

Ο Εστέαν βλεφάρισε έκπληκτος καθώς σηκωνόταν, όμως ο Εντόριον μόλις που κοντοστάθηκε προτού γυρίσει για να φωνάξει, «Μερέσιν! Νταρικαίν! Ελάτε εδώ!» Λες και φώναζε σκυλιά. Καθώς αυτοί ξεπέζευαν αργά, τα λάβαρά τους ανεβοκατέβηκαν.

«Άρχοντα Δράκοντα». Ο Εστέαν δίστασε, γλείφοντας τα χείλη σαν να διψούσε. «Μήπως... Μήπως έστειλες τους Αελίτες ενάντια στην Καιρχίν;»

«Επιτέθηκαν στην πόλη, λοιπόν;»

Ο Ρούαρκ ένευσε και ο Μάνγκιν είπε, «Αν πιστέψουμε αυτούς εδώ, η Καιρχίν βαστά ακόμα. Ή τουλάχιστον βαστούσε πριν από τρεις μέρες». Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι κατά τη γνώμη του είχε πέσει κι ότι ο ίδιος δεν νοιαζόταν για μια πόλη δενδροφονιάδων.

«Δεν τους έστειλα εγώ, Εστέαν», είπε ο Ραντ, καθώς πλησίαζαν οι δύο Καιρχινοί, που γονάτισαν, βγάζοντας τα κράνη, για να αποκαλύψουν άνδρες συνομήλικους του Εντόριον και του Εστέαν, με μαλλιά ξυρισμένα από μπροστά ως τα αυτιά κι επιφυλακτικά μαύρα μάτια. «Εκείνοι που επιτίθενται στην πόλη είναι οι εχθροί μου, οι Σάιντο. Σκοπός μου είναι να σώσω την Καιρχίν, αν σώζεται».

Χρειάστηκε να ξαναπεί τα ίδια, για να σηκωθούν οι Καιρχινοί· ο καιρός που είχε περάσει με τους Αελίτες σχεδόν τον είχε κάνει να ξεχάσει αυτές τις συνήθειες που υπήρχαν στην εδώ πλευρά της Ραχοκοκαλιάς του Κόσμου, τον κόσμο που υποκλινόταν και γονάτιζε παντού. Χρειάστηκε να ζητήσει να του συστηθούν, και οι Καιρχινοί υπάκουσαν. Ήταν ο υπολοχαγός Άρχοντας Μερέσιν του Οίκου Ντέηγκανρεντ —το κον του ήταν όλο κάθετες κυματιστές γραμμές, κόκκινες και λευκές― και ο υπολοχαγός Άρχοντας Νταρικαίν του Οίκου Ανάλιν, με το κον του γεμάτο μικρά τετράγωνα, κόκκινα και μαύρα. Ήταν παράξενο το ότι ήταν άρχοντες. Παρ’ όλο που στην Καιρχίν οι άρχοντες διοικούσαν και οδηγούσαν στρατιώτες, δεν ξύριζαν τα κεφάλια και δεν γίνονταν στρατιώτες. Τουλάχιστον άλλοτε· πολλά πράγματα, φαίνεται, είχαν αλλάξει.