Выбрать главу

«Άρχοντα Δράκοντα». Ο Μερέσιν κόμπιασε λίγο, καθώς το έλεγε. Τόσο αυτός όσο και ο Νταρικαίν ήταν χλωμοί, λιγνοί άνδρες, με στενά πρόσωπα και μακριές μύτες, αλλά ο Μερέσιν ήταν κάπως βαρύτερος. Όπως φαινόταν, τον τελευταίο καιρό δεν έτρωγαν καλά. Ο Μερέσιν συνέχισε ορμητικά, σαν να φοβόταν μήπως τον διακόψουν. «Άρχοντα Δράκοντα, η Καιρχίν μπορεί ν’ αντέξει. Για μέρες ακόμα, ίσως δέκα ή δώδεκα, αλλά, αν είναι να τη σώσεις, πρέπει να έρθεις γρήγορα».

«Γι’ αυτό ήρθαμε», είπε ο Εστέαν, ρίχνοντας ένα σκοτεινό βλέμμα στον Μερέσιν. Του το ανταπέδωσαν οι δύο Καιρχινοί, όμως το επιθετικό ύφος τους είχε και μια χροιά παραίτησης. Ο Εστέαν έξυσε τα μαλλιά που είχαν κολλήσει στο μέτωπό του. «Για να βρούμε βοήθεια. Έχουμε στείλει αποσπάσματα προς κάθε κατεύθυνση, Άρχοντα Δράκοντα». Ανατρίχιασε, παρά τον ιδρώτα στο κούτελλό του, και η φωνή του έγινε ισχνή, κούφια. «Ήμασταν περισσότεροι ξεκινώντας. Είδα τον Μπάραν να πέφτει, ουρλιάζοντας μ’ ένα δόρυ στα σπλάχνα. Ποτέ πια δεν θα ξαναπαίξει χαρτιά. Δεν θα ’λεγα όχι για ένα κύπελλο δυνατό μπράντυ».

Ο Εντόριον στριφογύρισε το κράνος στα γαντοφορεμένα χέρια του, σμίγοντας τα φρύδια. «Άρχοντα Δράκοντα, η πόλη αντέχει λίγο ακόμη, αλλά, ακόμα κι αν τούτοι εδώ οι Αελίτες πολεμήσουν τους άλλους, το ερώτημα είναι, μπορείς να τους φέρει εκεί εγκαίρως; Προσωπικά, νομίζω ότι δέκα με δώδεκα μέρες είναι πολύ αισιόδοξη εκτίμηση. Η αλήθεια είναι ότι ήρθα μόνο επειδή σκέφτηκα ότι είναι προτιμότερο να με τρυπήσει δόρυ, παρά να με πιάσουν ζωντανό, όταν περάσουν τα τείχη. Η πόλη είναι γεμάτη πρόσφυγες που το έσκαγαν από τους Αελίτες· δεν έχει απομείνει ούτε σκυλί ούτε περιστέρι μέσα, και σε λίγο αμφιβάλλω αν θα μείνει ποντίκι. Το καλό είναι ότι κανείς δεν φαίνεται να νοιάζεται για το ποιος θα πάρει το Θρόνο του Ήλιου, με τον Κουλάντιν απ’ έξω».

«Μας κάλεσε να παραδοθούμε σε Εκείνον Που Έρχεται Με την Αυγή, τη δεύτερη μέρα», πετάχτηκε ο Νταρικαίν, εισπράττοντας ένα αιχμηρό βλέμμα από τον Εντόριον για τη διακοπή.

«Ο Κουλάντιν έχει κάτι σαν χόμπι με τους αιχμαλώτους», είπε ο Εστέαν. «Μακριά από το βεληνεκές των τόξων, αλλά μπροστά, να φαίνεται από παντού στα τείχη. Τους ακούς επίσης να ουρλιάζουν. Που να κάψει το Φως την ψυχή μου, δεν ξέρω αν προσπαθεί να μας τσακίσει τη βούληση ή απλώς του αρέσει. Μερικές φορές αφήνουν χωρικούς να τρέξουν προς την πόλη, και μετά τους γεμίζουν βέλη, τη στιγμή σχεδόν που είναι ασφαλείς. Όσο ασφαλής μπορεί να είναι η Καιρχίν. Απλοί χωρικοί είναι, αλλά...» Η φωνή του ξεψύχησε, ξεροκατάπιε, σαν να είχε θυμηθεί τι γνώμη είχε ο Ραντ για τους «απλούς χωρικούς». Ο Ραντ μόνο που τον κοίταξε, αλλά εκείνος φάνηκε να ζαρώνει, και μουρμούρισε μέσα στα δόντια του κάτι για μπράντυ.

Ο Εντόριον άρπαξε τη στιγμιαία σιωπή. «Άρχοντα Δράκοντα, το θέμα είναι ότι η πόλη αντέχει μέχρι να έρθεις, αν μπορέσεις να έρθεις γρήγορα. Ο μόνος λόγος που αποκρούσαμε την πρώτη επίθεση ήταν επειδή τα Προπύλαια έπιασαν φωτιά...»

«Οι φλόγες παραλίγο θα κατάπιναν την πόλη», παρενέβη ο Εστέαν. Τα Προπύλαια, πόλη σωστή έξω από τα τείχη της Καιρχίν, ήταν φτιαγμένα κυρίως από ξύλο, απ’ όσο θυμόταν ο Ραντ. «Θα ήταν καταστροφή, αν δεν βρισκόταν εκεί δίπλα το ποτάμι».

Ο άλλος Δακρυνός συνέχισε να μιλάει παράλληλα. «...αλλά ο Άρχοντας Μάιλαν είχε σχεδιάσει καλά την άμυνα και οι Καιρχινοί δεν έχουν βάλει την ουρά κάτω από τα σκέλια ακόμα». Ο Μερέσιν και ο Νταρικαίν του έριξαν συνοφρυωμένα βλέμματα, τα οποία εκείνος ή δεν είδε ή έκανε πως δεν τα είδε. «Επτά μέρες με λίγη τύχη, ίσως οκτώ το πολύ. Αν μπορείς...» Ένας βαρύς αναστεναγμός ξαφνικά φάνηκε να ξεφουσκώνει το παχουλό κορμί του Εντόριον. «Δεν είδα άλογο πουθενά», είπε, σαν να μονολογούσε. «Οι Αελίτες δεν ιππεύουν. Δεν θα μπορέσεις να μετακινήσεις πεζούς έγκαιρα σε τόση απόσταση».

«Πόσο θα πάρει;» ρώτησε ο Ραντ τον Ρούαρκ.

«Επτά μέρες» ήταν η απάντηση. Ο Μάνγκιν ένευσε και ο Εστέαν γέλασε.

«Που να καεί η ψυχή μου, τόσο κάναμε να έρθουμε καβάλα στ’ άλογα. Αν νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις στον ίδιο χρόνο το γυρισμό πεζός, σίγουρα είσαι...» Καταλαβαίνοντας τα Αελίτικα βλέμματα πάνω του, ο Εστέαν έδιωξε τα μαλλιά από το πρόσωπό του. «Υπάρχει καθόλου μπράντυ σ’ αυτή την πόλη;» μουρμούρισε.

«Το θέμα δεν είναι πόσο γρήγορα μπορούμε να πάμε εμείς», είπε ήσυχα ο Ραντ, «αλλά πόσο γρήγορα μπορείτε να πάτε εσείς, αν αφήσετε πεζούς μερικούς ιππείς σας και χρησιμοποιήσετε τα άλογά σας ως εφεδρικά. Θα ήθελα να μάθουν ο Μάιλαν και η Καιρχίν ότι έρχεται βοήθεια. Αλλά όποιος πάει πρέπει να είναι σίγουρος ότι θα κρατήσει το στόμα του κλειστό, αν τον πιάσουν οι Σάιντο. Δεν θέλω να ξέρει ο Κουλάντιν περισσότερα απ’ όσα μπορεί να μάθει μόνος του». Ο Εστέαν χλώμιασε περισσότερο από τους Καιρχινούς.