Выбрать главу

Ο Μερέσιν και ο Νταρικαίν έπεσαν στα γόνατα μαζί κι ο καθένας έπιασε ένα χέρι του Ραντ να το φιλήσει. Αυτός τους άφησε, μ’ όση υπομονή είχε· μια συμβουλή της Μουαραίν, που έμοιαζε να απηχεί την κοινή λογική, ήταν ότι δεν πρέπει να προσβάλλεις τα έθιμα του κόσμου, όσο παράξενα ή απωθητικά κι αν τα βρίσκεις, εκτός αν δεν υπάρχει άλλος τρόπος, αλλά, ακόμα και τότε, θα έπρεπε να το σκεφτείς και δεύτερη φορά.

«Θα πάμε, Άρχοντα Δράκοντα», είπε με κομμένη την ανάσα ο Μερέσιν. «Σ’ ευχαριστώ, Άρχοντα Δράκοντα. Σ’ ευχαριστώ. Κάτω από το Φως, ορκίζομαι ότι θα προτιμήσω να πεθάνω παρά να πω λέξη σε οποιονδήποτε εκτός από τον πατέρα μου ή τον Υψηλό Άρχοντα Μάιλαν».

«Η Χάρη να σου χαμογελά, Άρχοντα μου», πρόσθεσε ο άλλος. «Η Χάρη να σου χαμογελά, και το Φως να σε φωτίζει παντοτινά. Είμαι δικός σου μέχρι θανάτου». Ο Ραντ άφησε και τον Μερέσιν να πει ότι ήταν κι αυτός επίσης δικός του, προτού τραβήξει τα χέρια του και τους πει να σηκωθούν. Δεν του άρεσε ο τρόπος που τον κοιτούσαν. Ο Εντόριον τους είχε φωνάξει σαν να ήταν σκυλιά, αλλά ένας άνδρας δεν έπρεπε να κοιτάζει κανέναν σαν σκύλος που κοιτάζει το αφεντικό του.

Ο Εντόριον πήρε μια βαθιά ανάσα, φούσκωσε τα ροδαλά μάγουλά του, και την άφησε να βγει αργά. «Αφού κατάφερα να βγω χωρίς να πάθω τίποτα, φαντάζομαι θα μπορέσω και να ξαναγυρίσω. Άρχοντα Δράκοντα, συγχώρεσέ με, αν σε προσβάλλω, αλλά θα ήθελες να στοιχηματίσεις, ας πούμε, χίλιες χρυσές κορώνες, ότι μπορείς πραγματικά να φτάσεις σε επτά μέρες;»

Ο Ραντ στάθηκε να τον κοιτάξει. Ο άνθρωπος ήταν χειρότερος από τον Ματ. «Δεν έχω ούτε εκατό ασημένιες κορώνες, πόσο μάλλον χίλιες χρυ―»

Η Σούλιν τον διέκοψε. «Τις έχει, Δακρυνέ», είπε με σταθερή φωνή. «Θα δεχθεί το στοίχημά σου, αν βάλεις δέκα χιλιάδες σε βάρος».

Ο Εντόριον γέλασε. «Έγινε, Αελίτισσα. Και θα αξίζει και το τελευταίο χάλκινο, αν χάσω. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν θα ζήσω για να τα εισπράξω, αν κερδίσω. Ελάτε, Μερέσιν, Νταρικαίν». Και πάλι ήταν σαν να έβαζε σκυλιά να γονατίσουν. «Στ’ άλογα».

Ο Ραντ περίμενε να υποκλιθούν οι τρεις και να ξεκινήσουν για τα άλογά τους, προτού στραφεί στην ασπρομάλλα Κόρη. «Τι εννοείς λέγοντας ότι έχω χίλιες χρυσές κορώνες; Ούτε καν έχω δει χίλιες κορώνες, πόσο μάλλον δέκα χιλιάδες».

Οι Κόρες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους σαν να είχε παραφρονήσει· το ίδιο έκαναν ο Ρούαρκ και ο Μάνγκιν. «Το ένα πέμπτο του θησαυρού που ήταν στην Πέτρα του Δακρύου ανήκει σε κείνους που κατέκτησαν την Πέτρα, και θα το διεκδικήσουν, όταν μπορέσουν να το μεταφέρουν αλλού». Η Σούλιν μιλούσε σαν να απευθυνόταν σε παιδί, διδάσκοντάς του τα απλά γεγονότα της καθημερινής ζωής. «Ως αρχηγός και μάχιμος ηγέτης εκεί, το ένα δέκατο του ενός πέμπτου είναι δικό σου. Το Δάκρυ υποτάχθηκε και σε δέχθηκε για αρχηγό του δικαιωματικά, επειδή θριάμβευσες στη μάχη, έτσι το ένα δέκατο του Δακρύου είναι επίσης δικό σου. Κι έχεις πει ότι μπορούμε να πάρουμε το ένα πέμπτο σ’ αυτές τις χώρες ― τον... φόρο, όπως τον είπες». Τη δυσκόλεψε η λέξη· οι Αελίτες δεν είχαν φόρους. «Το ένα δέκατο αυτού είναι επίσης δικό σου, ως Καρ’α’κάρν».

Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. Σ’ όλες τις συζητήσεις του με την Αβιέντα, δεν του είχε περάσει ποτέ από το νου να ρωτήσει αν το πέμπτο ίσχυε και γι’ αυτόν· δεν ήταν Αελίτης, είτε ήταν Καρ’α’κάρν είτε όχι, και δεν του φαινόταν ότι είχε να κάνει μ’ αυτόν. Τέλος πάντων, μπορεί να μην ήταν φόρος αλλά μπορούσε να το χρησιμοποιήσει όπως οι βασιλιάδες τους φόρους. Δυστυχώς, δεν είχε παρά μόνο μια αόριστη ιδέα για το τι ακριβώς έκαναν. Θα έπρεπε να ρωτήσει τη Μουαραίν· ήταν το μόνο που είχε ξεχάσει στις διαλέξεις της. Ίσως να το θεωρούσε τόσο προφανές, ώστε πίστευε ότι ο Ραντ το ήξερε.

Η Ηλαίην θα ήξερε τι κάνεις με τους φόρους· σίγουρα ήταν πιο διασκεδαστικό να ακούει τις δικές της συμβουλές παρά της Μουαραίν. Μακάρι να ήξερε πού ήταν. Μάλλον θα ’ταν ακόμα στο Τάντσικο· η Εγκουέν δεν του έλεγε πολλά, πέρα από τις συνεχείς ευχές της. Μακάρι να μπορούσε να κάτσει δίπλα στην Ηλαίην και να τη βάλει να του εξηγήσει εκείνα τα δύο γράμματα. Είτε Κόρες του Δόρατος είτε Κόρες-Διάδοχοι του Άντορ, οι γυναίκες ήταν παράξενες. Με εξαίρεση ίσως τη Μιν. Εκείνη γελούσε μαζί του, αλλά ποτέ δεν τον είχε κάνει να πιστέψει ότι μιλούσε κάποια παράξενη γλώσσα. Τώρα δεν θα γελούσε. Αν την ξανάβλεπε ποτέ, η Μιν θα το ’βαζε στα πόδια για να γλιτώσει από τον Αναγεννημένο Δράκοντα.

Ο Εντόριον διέταξε τους άνδρες του να αφιππεύσουν, πήρε ένα από τα άλογά τους κι έδεσε τα άλλα μαζί από τα γκέμια, μαζί με το άλογο του Εστέαν. Σίγουρα άφηνε το δικό του για την τελευταία ξέφρενη διαδρομή ανάμεσα στους Σάιντο. Ο Μερέσιν και ο Νταρικαίν έκαναν το ίδιο με τους δικούς τους άνδρες. Παρ’ όλο που αυτό σήμαινε ότι οι Καιρχινοί είχαν μόνο δύο περίσσια άλογα ο καθένας, δεν έδειξαν ότι ήθελαν να πάρουν μερικά από τα άλογα του Δακρυνού. Ξεκίνησαν μαζί προς τα δυτικά τριποδίζοντας, με τη συνοδεία των Τζίντο.