Выбрать главу

Ο Εστέαν, προσέχοντας να μην κοιτάξει κανέναν, πλησίασε αργά τους στρατιώτες που στέκονταν ταραγμένοι μέσα σ’ έναν κύκλο Αελιτών στην αρχή της γέφυρας. Ο Μάνγκιν τον έπιασε από το μανίκι με τις κόκκινες ρίγες. «Μπορείς να μας πεις για τις συνθήκες μέσα στην Καιρχίν, υδρόβιε». Ο νεαρός με το παχουλό πρόσωπο έμοιαζε έτοιμος να λιποθυμήσει.

«Είμαι βέβαιος ότι θα απαντήσει σε ό,τι τον ρωτήσεις», είπε κοφτά ο Ραντ, τονίζοντας την τελευταία λέξη.

«Απλώς θα ρωτήσουμε», είπε ο Ρούαρκ, πιάνοντας το άλλο χέρι του Δακρυνού. Οι δυο τους έμοιαζαν να κρατούν όρθιο ανάμεσά τους τον κοντύτερο άνδρα. «Καλά κάνουμε και ειδοποιούμε τους υπερασπιστές της πόλης, Ραντ αλ’Θόρ», συνέχισε ο Ρούαρκ, «αλλά θα ’πρεπε να στείλουμε ανιχνευτές. Τρέχοντας, θα φτάσουν στην Καιρχίν όσο γρήγορα θα φτάσουν εκείνοι με τα άλογα, και θα μας ανταμώσουν στην επιστροφή για να μας πουν πώς έχει παρατάξει τους Σάιντο ο Κουλάντιν».

Ο Ραντ ένιωθε πάνω του τα βλέμματα από τις Κόρες, όμως κοίταξε κατάματα τον Ρούαρκ. «Κεραυνοπόρους;» πρότεινε.

«Σά’μαντ Κόντε», συμφώνησε ο Ρούαρκ. Μαζί με τον Μάνγκιν, γύρισαν τον Εστέαν —στ’ αλήθεια τον συγκρατούσαν― από την άλλη και ξεκίνησαν να πλησιάσουν τους άλλους στρατιώτες.

«Ρωτήστε!» φώναξε πίσω τους ο Ραντ. «Είναι σύμμαχός σας, και υποτελής μου». Δεν είχε ιδέα αν ο Εστέαν ήταν υποτελής του ή όχι —ήταν κάτι ακόμα που έπρεπε να ρωτήσει τη Μουαραίν― ή ακόμα και κατά πόσο ήταν σύμμαχός του —ο πατέρας του, ο Υψηλός Άρχοντας Τορέαν, αρκετά είχε συνωμοτήσει εναντίον του Ραντ― αλλά δεν θα επέτρεπε κάτι αντίστοιχο με τη συμπεριφορά του Κουλάντιν.

Ο Ρούαρκ γύρισε το κεφάλι κι ένευσε.

«Φροντίζεις καλά τους ανθρώπους σου, Ραντ αλ’Θόρ». Η φωνή της Σούλιν ήταν ανέκφραστη σαν πέτρα.

«Προσπαθώ», της είπε. Δεν θα κατάπινε το δόλωμα. Όποιοι και να πήγαιναν για ανίχνευση στους Σάιντο, κάποιοι δεν θα επέστρεφαν, και δεν γινόταν τίποτα γι’ αυτό. «Λέω να φάω κάτι τώρα. Και να κοιμηθώ λιγάκι». Έμεναν το πολύ δυο ώρες για τα μεσάνυχτα και αυτή την εποχή η αυγή ακόμα ερχόταν νωρίς. Οι Κόρες τον ακολούθησαν, κοιτώντας επιφυλακτικά τις σκιές, σαν να περίμεναν επίθεση, χειρομιλώντας έντονα μεταξύ τους. Αλλά, βέβαια, οι Αελίτες πάντα έδειχναν να περιμένουν επίθεση.

31

Τα Μακρινά Χιόνια

Οι δρόμοι του Έιανροντ προχωρούσαν ευθεία και αντάμωναν με ορθές γωνίες, και, όπου ήταν ανάγκη, διέσχιζαν λόφους που στο υπόλοιπο μέρος τους είχαν περιποιημένες βαθμίδες από πέτρα. Τα πέτρινα κτήρια με τα λιθοκέραμα στις στέγες έμοιαζαν γεμάτα γωνίες, σαν να υπήρχαν παντού κάθετες γραμμές. Ο Κουλάντιν δεν είχε πορθήσει το Έιανροντ· όταν το είχαν σαρώσει οι Σάιντο, οι κάτοικοι είχαν ήδη φύγει. Όμως, σε πολλά σπίτια είχαν απομείνει μονάχα τα καρβουνιασμένα δοκάρια και οι κούφιοι, κατεστραμμένοι σκελετοί τους, ανάμεσά τους και τα περισσότερα διώροφα μαρμάρινα κτήρια με τις βεράντες, που η Μουαραίν είχε πει ότι ανήκαν σε εμπόρους. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι σπασμένα έπιπλα και πεταμένα ρούχα, μαζί με τσακισμένα πιατικά και γυάλινα θρύψαλα από παράθυρα, μπότες χωρισμένες από ταίρι τους, εργαλεία και παιχνίδια.

Τα κτήρια είχαν καεί σε διαφορετικές χρονικές στιγμές —ο Ραντ τουλάχιστον αυτό μπορούσε να το καταλάβει, από την επίδραση των στοιχείων της φύσης στα μαυρισμένα ξύλα και από το πόσο έντονη ήταν η καπνίλα σε διάφορα σημεία— όμως ο Λαν μπόρεσε να χαρτογραφήσει την πορεία των μαχών, με τις οποίες η πόλη είχε καταληφθεί κι επανακαταληφθεί. Πιθανότατα από διάφορους Οίκους, οι οποίοι διεκδικούσαν το Θρόνο του Ήλιου, αν και, κρίνοντας από την όψη των δρόμων, οι τελευταίοι που είχαν πάρει το Έιανροντ ήταν ληστές. Πολλές συμμορίες που λυμαίνονταν την Καιρχίν δεν ήταν πιστοί σε κανέναν παρά μονάχα στο χρυσάφι.

Ο Ραντ πήγε σε ένα από τα σπίτια των εμπόρων, στη μεγαλύτερη από τις δύο πλατείες της πόλης· είχε δυο τετράγωνους ορόφους από γκρίζο μάρμαρο με βαριά μπαλκόνια και πλατιά σκαλοπάτια με χοντρά, γωνιώδη, πέτρινα κιγκλιδώματα, και θέα σε ένα βουβό σιντριβάνι με σκονισμένη στρογγυλή δεξαμενή. Δεν θα άφηνε να του ξεφύγει μια τόσο καλή ευκαιρία να ξανακοιμηθεί σε κρεβάτι, κι έλπιζε ότι η Αβιέντα θα επέλεγε να κοιμηθεί σε σκηνή· δεν τον ένοιαζε αν θα ήταν η δική του σκηνή ή των Σοφών, αρκεί να μην ήταν αναγκασμένος να κοιμηθεί ακούγοντας την ανάσα της μερικά βήματα παραπέρα. Πρόσφατα, είχε αρχίσει να φαντάζεται ότι άκουγε την καρδιά της να χτυπά, ακόμα κι όταν δεν είχε πιάσει το σαϊντίν. Αλλά είχε λάβει τα μέτρα του, σε περίπτωση που η Αβιέντα ερχόταν.