Выбрать главу

Οι Κόρες σταμάτησαν στα σκαλιά και μερικές έτρεξαν γύρω από το κτήριο για να πάρουν θέσεις σε όλες τις πλευρές. Φοβόταν ότι θα το διεκδικούσαν για Οίκο της Κόρης, έστω για μια νύχτα, κι έτσι ο Ραντ, μόλις διάλεξε το κτήριο, ένα από τα λίγα στην πόλη με άθικτη στέγη και απείραχτα τα περισσότερα παράθυρα, είπε στη Σούλιν ότι ίδρυε τη Στέγη των Αδελφών της Οινοπηγής. Δεν μπορούσε να μπει κανείς που δεν είχε πιει από την Οινοπηγή, στο Πεδίο του Έμοντ. Η ματιά που του είχε ρίξει έλεγε ότι ήξερε τι σκάρωνε, αλλά καμία Κόρη δεν τον ακολούθησε πέρα από τις φαρδιές πόρτες που έμοιαζαν να είναι γεμάτες στενές, κάθετες σανίδες.

Μέσα, τα μεγάλα δωμάτια ήταν γυμνά, αν και οι λευκοντυμένοι γκαϊ’σάιν είχαν απλώσει μερικές κουβέρτες για να κοιμηθούν στον πλατύ προθάλαμο, που το ψηλό γυψωμένο ταβάνι του είχε ένα μοτίβο λιτών τετραγώνων. Το να διώξει τους γκαϊ’σάιν ξεπερνούσε τις δυνάμεις του, το ίδιο και τη Μουαραίν, αν δεν κοιμόταν αλλού. Ό,τι εντολές κι αν έδινε να μην τον ενοχλήσουν, εκείνη πάντα έβρισκε τρόπο να την αφήσουν οι Κόρες να περάσει, και πάντα έπρεπε να της δώσει συγκεκριμένη διαταγή για να φύγει.

Οι γκαϊ’σάιν, άνδρες και γυναίκες, σηκώθηκαν με ήρεμες κινήσεις, προτού προλάβει να κλείσει την πόρτα. Δεν θα κοιμούνταν αν δεν κοιμόταν πρώτα ο Ραντ, και μερικοί θα έμεναν εναλλάξ ξύπνιοι, σε περίπτωση που ήθελε κάτι μέσα στη νύχτα. Τους είχε διατάξει να μην το κάνουν, αλλά το να πεις σε γκαϊ’σάιν να μην σε υπηρετεί σύμφωνα με τα έθιμα ήταν σαν να κλωτσούσες ένα δεμάτι μαλλί· όταν τραβούσες το πόδι, δεν είχε αλλάξει τίποτα. Τους έκανε νόημα να φύγουν και ανέβηκε τα μαρμάρινα σκαλιά. Κάποιοι γκαϊ’σάιν είχαν περισώσει μερικά έπιπλα, συμπεριλαμβανομένου ενός κρεβατιού και δύο πουπουλένιων στρωμάτων, και ο Ραντ το μόνο που ήθελε ήταν να πλυθεί και να―

Πάγωσε μόλις άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαράς του. Η Αβιέντα δεν είχε διαλέξει να μείνει στις σκηνές. Στεκόταν μπροστά στο έπιπλο του νιπτήρα, με τη σπασμένη λεκάνη και την αταίριαστη κανάτα, μ’ ένα πανί στο ένα χέρι κι ένα κίτρινο σαπούνι στο άλλο. Δεν φορούσε ρούχα. Φαινόταν άναυδη όσο κι εκείνος, ανίκανη να σαλέψει.

«Δεν...» Έκανε μια παύση για να ξεροκαταπιεί, με τα μεγάλα πράσινα μάτια της στυλωμένα στο πρόσωπό του. «Δεν μπορούσα να κάνω σκηνή για ατμόλουτρο σ’ αυτή την... πόλη, έτσι σκέφτηκα να δοκιμάσω το δικό σου τρόπο να...» Ήταν όλη σκληρούς μυς και απαλές καμπύλες· γυάλιζε από τον ιδρώτα από την κορφή ως τα νύχια. Ο Ραντ δεν είχε φανταστεί ότι τα πόδια της ήταν τόσο μακριά. «Νόμιζα ότι θα έμενες κι άλλο στη γέφυρα. Δεν...» Η φωνή της έγινε πιο ψιλή· τα μάτια της πλάτυναν από τον πανικό. «Δεν το έκανα επίτηδες να με δεις! Πρέπει να φύγω από κοντά σου. Να πάω όσο πιο μακριά μπορώ! Πρέπει!»

Ξαφνικά, μια τρεμουλιαστή κάθετη γραμμή εμφανίστηκε στον αέρα κοντά της. Πλάτυνε, σαν να περιστρεφόταν, κι έγινε πύλη. Παγερός άνεμος χίμηξε στο δωμάτιο, φέρνοντας μαζί του βαριά πέπλα από χιόνι.

«Πρέπει να ξεφύγω!» θρήνησε η Αβιέντα και όρμηξε στη θύελλα.

Αμέσως η πύλη άρχισε να στενεύει ξανά, να στρίβει, αλλά ο Ραντ, χωρίς να το σκεφτεί, διαβίβασε, και την μπλοκάρισε, όταν το άνοιγμά της ήταν το μισό του αρχικού. Δεν ήξερε τι είχε κάνει και πώς το είχε κάνει, αλλά ήταν σίγουρος ότι ήταν μια πύλη για Ταξίδεμα, από κείνες για τις οποίες του είχε μιλήσει ο Ασμόντιαν χωρίς όμως να μπορέσει να τον διδάξει. Δεν είχε χρόνο για σκέψη. Όπου κι αν είχε πάει η Αβιέντα, είχε πάει γυμνή στην καρδιά μιας χειμωνιάτικης καταιγίδας. Ο Ραντ έδεσε τις ροές που είχε υφάνει, άρπαξε όλες τις κουβέρτες από το κρεβάτι και τις πέταξε πάνω στα ρούχα της και στο αχυρόστρωμα. Σήκωσε μαζί τις κουβέρτες, τα ρούχα και τα χαλάκια και διέσχισε την πύλη μονάχα μια στιγμή ύστερα από την Αβιέντα.

Ένας παγερός άνεμος αλυχτούσε στο νυχτερινό αέρα, γεμάτος στροβιλιζόμενο λευκό. Ακόμα και τυλιγμένος στο Κενό, ένιωθε το σώμα του να τρέμει. Διέκρινε θολά σκόρπιες μορφές στο σκοτάδι· του φάνηκε πως ήταν δένδρα. Το μόνο που μπορούσε να μυρίσει ήταν το κρύο. Μπροστά του μια φιγούρα προχωρούσε, μισοκρυμμένη στο σκοτάδι και στη χιονοθύελλα· θα του είχε ξεφύγει, αν δεν διέθετε τόσο οξεία όραση στο Κενό. Ήταν η Αβιέντα, που έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Την ακολούθησε με κόπο μέσα στα χιόνια που έφταναν ως το γόνατο, σφίγγοντας το χοντρό δέμα στο στήθος του.

«Αβιέντα! Σταμάτα!» Φοβήθηκε μήπως τα ουρλιαχτά του ανέμου παρέσερναν την κραυγή του, αλλά εκείνη τον άκουσε. Και άρχισε να τρέχει ακόμα πιο γρήγορα. Πίεσε τον εαυτό του να ταχύνει το βήμα, παραπατώντας, σκοντάφτοντας καθώς το χιόνι που βάθαινε του τραβούσε τις μπότες. Τα αχνάρια που άφηναν τα γυμνά της πόδια γέμιζαν γρήγορα. Αν την έχανε από τα μάτια του μέσα σ’ αυτήν την... «Σταμάτα, ανόητη! Θες να πεθάνεις;» Ο ήχος της φωνής του ήταν σαν να τη μαστίγωνε για να τρέξει πιο γρήγορα.