Выбрать главу

Βλοσυρά, έβαλε τα δυνατά του· μισόπεφτε, ξανασηκωνόταν, άλλοτε τον πετούσε κάτω ο μανιασμένος άνεμος και άλλοτε σκόνταφτε στο χιόνι, έπεφτε σε δένδρα. Το βλέμμα του έπρεπε να είναι καρφωμένο πάνω της. Χαιρόταν μόνο που αυτό το δάσος ή ό,τι άλλο ήταν, είχε τόσο αραιά δένδρα.

Διάφορα μοτίβα πετάρισαν στην επιφάνεια του Κενού και απορρίφθηκαν. Μπορούσε να καταπνίξει την καταιγίδα ― και ίσως το αποτέλεσμα θα ήταν να κάνει τον αέρα πάγο. Μια στέγη από Αέρα, για να αποφεύγει το χιόνι που έπεφτε, δεν θα βοηθούσε με το χιόνι που ήταν από κάτω. Μπορούσε να ανοίξει μονοπάτι λιώνοντας τα χιόνια με Φωτιά ― και θα ’πρεπε μετά να διασχίζει τις λάσπες. Εκτός αν...

Διαβίβασε, και το χιόνι μπροστά του έλιωσε, σχηματίζοντας λωρίδα πλάτους μιας απλωσιάς, μια λωρίδα που προπορευόταν, καθώς αυτός προχωρούσε. Υψώθηκε ατμός και το χιόνι που έπεφτε εξαφανιζόταν μισό μέτρο πάνω από το αμμώδες έδαφος. Ένιωθε τη ζέστη μέσα από τις μπότες του. Το σώμα του ριγούσε από την κορυφή σχεδόν ως κάτω στους αστραγάλους από το κρύο που του περόνιαζε το μεδούλι· τα πόδια του ίδρωναν και τινάζονταν πάνω από το καυτό έδαφος. Αλλά τώρα την πρόφταινε. Πέντε ακόμα λεπτά και...

Ξαφνικά, η θολή φιγούρα που ακολουθούσε εξαφανίστηκε σαν να ’χε ανοίξει η γη κάτω της.

Με το βλέμμα στυλωμένο στο σημείο που την είχε δει τελευταία φορά, έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ξαφνικά, βρέθηκε να πλατσουρίζει σε κρύο τρεχούμενο νερό ως τους αστραγάλους του, που τώρα έφτανε σχεδόν ως τα γόνατά του. Μπροστά του, το χιόνι έλιωνε, αλλά δεν τελείωνε, και αποκάλυπτε ένα κομμάτι πάγου που ξεκινούσε από κει. Από το μαύρο νερό δεν υψώνονταν ατμοί. Ποταμάκι ή ποτάμι, ήταν μεγάλο, και το ποσό της Δύναμης που διαβίβαζε δεν μπορούσε να ζεστάνει έστω και λίγο το νερό που έρεε γοργά. Η Αβιέντα πρέπει να είχε βγει στον πάγο που είχε σπάσει, αλλά ο Ραντ δεν θα την έσωνε αν χιμούσε εκεί μέσα. Γεμάτος σαϊντίν, μόλις που αντιλαμβανόταν την παγωνιά, όμως τα δόντια του χτυπούσαν ανεξέλεγκτα.

Γύρισε στην όχθη, με το βλέμμα καρφωμένο εκεί που νόμιζε πως είχε πέσει η Αβιέντα, και διαβίβασε ροές Φωτιάς στο έδαφος που ήταν ακόμα γυμνό, μακριά από το ποταμάκι, ώσπου η άμμος έλιωσε, συγχωνεύτηκε από τη θερμότητα και λευκοπυρώθηκε. Ακόμα και σ’ αυτή τη θύελλα, το σημείο αυτό θα διατηρούταν ζεστό για αρκετή ώρα. Ακούμπησε τον μπόγο εκεί παραδίπλα στο χιόνι —η ζωή της κρεμόταν από το αν θα ξανάβρισκαν τις κουβέρτες και τα χαλιά― και μετά προχώρησε στο βαθύ λευκό, σε μια πλευρά του λιωμένου μονοπατιού και ξάπλωσε με το σώμα τεντωμένο. Σύρθηκε αργά στον πάγο που τον σκέπαζαν τα χιόνια.

Ο άνεμος αλυχτούσε από πάνω του. Το σακάκι του ήταν σαν να μην υπήρχε. Τα χέρια του είχαν μουδιάσει και τα πόδια του σχεδόν δεν τα ένιωθε· είχε πάψει να τρέμει, με εξαίρεση κάποιο περαστικό ρίγος. Ψυχρός και γαλήνιος μέσα στο Κενό, ήξερε τι συνέβαινε· είχαν χιονοθύελλες στους Δύο Ποταμούς, ίσως δυνατές σαν αυτήν. Το σώμα του πάλευε κι έχανε. Αν δεν έβρισκε γρήγορα ζέστη, θα κοίταζε γαλήνια από το Κενό το θάνατό του. Αλλά, αν πέθαινε, θα πέθαινε και η Αβιέντα. Αν δεν είχε ήδη πεθάνει.

Περισσότερο ένιωσε παρά άκουσε τον πάγο να σπάει από το βάρος του. Τα χέρια του που ψηλαφούσαν έπεσαν στο νερό. Αυτό ήταν το μέρος, αλλά με το χιόνι να στροβιλίζεται ολόγυρα, σχεδόν δεν έβλεπε. Άπλωσε κι έψαξε δεξιά αριστερά, με τα μουδιασμένα χέρια του να παφλάζουν στο νερό. Το ένα χέρι χτύπησε κάτι στην άκρη του πάγου κι ο Ραντ πρόσταξε τα δάχτυλά του να κλείσουν, ένιωσε παγωμένα μαλλιά να τρίζουν.

Πρέπει να την τραβήξω έξω. Σύρθηκε πίσω, τραβώντας την. Ήταν νεκρό βάρος, όπως γλιστρούσε αργά από το νερό. Δεν με νοιάζει αν την γδάρει ο πάγος. Καλύτερα αυτό παρά να παγώσει ή να πνιγεί. Πίσω. Συνέχισε. Αν τα παρατήσεις, θα πεθάνει. Συνέχισε, που να καείς! Έρποντας. Τραβώντας με τα πόδια, σπρώχνοντας με το ένα χέρι. Το άλλο ήταν σφιγμένο στα μαλλιά της Αβιέντα· δεν προλάβαινε να την πιάσει καλύτερα· ούτως ή άλλως εκείνη δεν θα το ένιωθε. Καλά τεμπέλιαζες τόσον καιρό. Είχες άρχοντες να γονατίζουν, γκαϊ’σάιν να τρέχουν για το κρασί σου, τη Μουαραίν να κάνει ό,τι της έλεγες. Πίσω. Είναι καιρός να κάνεις κάτι μόνος σου, αν μπορείς πια. Κουνήσου, που να καείς! Κουνήσου!

Ξαφνικά, ένιωσε τις πατούσες του να πονούν· ο πόνος ανηφόρισε τα πόδια του. Έκανε μια στιγμή μέχρι να κοιτάξει πίσω, και μετά κύλησε μακριά από το αχνιστό τμήμα της λιωμένης άμμου. Τα πλοκάμια καπνού που έβγαιναν από κει που σιγοκαιγόταν το παντελόνι του, τα παρέσυρε ο άνεμος.